Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που αναρωτιέσαι πως αντέχουν τον εαυτό τους: με άφθονο ναρκισσισμό ίσως, με πολλά ναρκωτικά, με αμέτρητες εναλλαγές συντρόφων. Η καθημερινότητά τους. Άλλοι απανθρακώνονται μέσα στις φλόγες και άλλοι αφήνουν τη φωτιά να περάσει από μέσα τους, επιστρέφοντάς την μέσα στον κόσμο. Όχι χωρίς κόστος.

Για τον Miles Davis ότι και να ειπωθεί είναι εξ’αρχής λίγο, ελάχιστο. Και δεν προτίθεμαι να μιλήσω για τη σημασία του για την μουσική, την τέχνη καλύτερα, του 20ου αιώνα. Ακούω μονάχα τις δουλειές του από την πενταετία 1970-75 και αναρωτιέμαι ποια σκοτεινή και απόκοσμη οντότητα μπορεί να τον είχε επισκεφτεί ή κατοικήσει.





Πενηντάρης, έχοντας ήδη γράψει τα μεγάλα του αριστουργήματα – από το Birth of the Cool στο Milestones, από το Kind of Blue στο Bitches Brew – δεν υπάρχει πια κορυφή που να μην έχει κατακτηθεί. Και έτσι αφήνεται στις μεγάλες πνοές που συγκλονίζουν τα θεμέλια της ύπαρξης – είναι η επιστροφή στο χώμα, στην μητέρα Αφρική, στη Ζούγκλα. Το παίξιμό του δεν χαρακτηρίζεται από πάθος αλλά από μένος – κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει στον πολιτισμό μας και τις αστείες συμβάσεις του.

Χαρακτηριστικό είναι το solo του στο What I say από το Live Evil του 1971 (αρχίζει στο 3 λεπτό περίπου για τους πιο βιαστικούς). Η ένταση ξεπερνά τα όρια του σώματος – νομίζεις πως αν συνεχίζει να παίζει έτσι θα αρχίσουν να ξεκολλάνε κομμάτια σάρκας από πάνω του. Οι υπόλοιποι μουσικοί συμπαρασύρονται και αυτοί από το ξέφρενο όργιο του Αρχηγού και προσφέρουν ως θυσία ότι πιο βαθύ και αληθινό έχουν. Το αποτέλεσμα είναι μία από τις δυνατότερες ζωντανές ηχογραφήσεις όλων των εποχών – ανεξαρτήτως είδους μουσικής.






Δεν ήταν απλά μια τυχαία βραδιά. Ας ακούσει κανείς τις άλλες ζωντανές ηχογραφήσεις αυτής της περιόδου ή τα αριστουργηματικά A Tribute to Jack Johnson, On the Corner κλπ. Ο Miles φυσάει την τρομπέτα του με την ίδια ένταση συνεχώς. Ακατάπαυστος, ακατάβλητος, ένκαβλος. Το ανοικτό σώμα προσκαλεί και υποδέχεται την φωτιά που κατακαίει τα σύμπαντα. Με οποιοδήποτε κόστος.



Planet Caravan


Αν ήμουν καθηγητής μαθηματικών, θα ξεκινούσα κάπως έτσι:

Geezer Butler + Ozzy Osbourne + Leslie Speaker = Planet Caravan

Planet Caravan + 7 (ακόμη τραγούδια) = Paranoid = Metal

 Δεν θα πιάσω  να αναλύσω το άλμπουμ, όχι μόνο επειδή το έχουν αναλάβει ήδη τα τζιμάνια του Rolling Stone και το έχουν συμπεριλάβει στα 500 καλύτερα όλων των εποχών, αλλά και επειδή δεν την κατέχω την metal σκηνή, παρόλου που θεωρώ τους μουσικούς της συγκεκριμένης σκηνής, τεχνικά, πολλά επίπεδα πιο πάνω από κάθε άλλης σκηνής (ίσως με εξαίρεση τους μουσικούς της τζαζ).

 Είμαι από αυτούς που στο ερώτημα – κιθαρίστας ή ντράμερ;- θα απαντούσα με την μια –ο ΝΤΡΑΜΕΡ ο ΝΤΡΑΜΕΡ- και ναι είμαι και από αυτούς που όταν ακούνε τραγούδια σε μπαρ,συναυλίες, παίζω πάντα με τις φανταστικές μου μπαγκέτες και βαράω τον ρυθμό στα σύννεφα καπνού των τσιγάρων. Έλα όμως που κάθε φορά που ακούω το Planet Caravan, φίλε μου θα έδινα τα πάντα για να το γρατζουνίσω σε μια κιθάρα.

 Για να πω και την ντροπή μου, το κομμάτι το άκουσα για πρώτη φορά από τους Pantera και πίστευα πως ήταν δικό τους, μέχρι να το ακούσω στην σειρά Late Night Tales με επιλογές των AIR.

Το παραπάνω θέμα μου έσκασε όταν είδα το παρακάτω βίντεο…

Sam Rivers R.I.P.


Με την έλευση του 2012 καιρός να διαλυθούν δύο μύθοι: πρώτον, δεν ακούω μόνο ηλεκτρικές κιθάρες (υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες το επόμενο κείμενο να είναι πάνω στα κουαρτέτα του Bela Bartok). Δεύτερον, δεν πέθαναν όλοι οι μεγάλοι της jazz σε μικρή ηλικία και από υπερβολική δόση πρέζας. Ο σαξοφωνίστας - φλαουτίστας Sammy Rivers για παράδειγμα μας άφησε στις 26 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, σε ηλικία 88 ετών. Όχι από ναρκωτικά. Και ήταν ένας από τους μεγάλους.


Ο Rivers υπήρξε καταλύτης στη διαμόρφωση του ιδιώματος της free jazz, όντας από τους πρώτους jazzmen που έσπρωξαν τους παραδοσιακούς κανόνες της jazz στα όρια τους. Χωρίς ωστόσο να τους καταργεί. Χωρίς να εκτρέπεται στο χάος. Διατηρώντας το μέτρο, την αρμονία. Το αποτέλεσμα ακούγεται κάπως έτσι: μελίρρυτος κακοφωνία.


Αλλά βέβαια στην jazz δεν αρκούν μόνο οι προθέσεις, τα μεγαλόπνοα σχέδια, οι εμπνεύσεις. Η jazz δεν είναι μουσική που γράφεται στο χαρτί, αλλά μουσική που παίζεται, που βιώνεται, μουσική-βίωμα. Ο Rivers είχε την τύχη να παίζει με τους καλύτερους (Hubbard, R. Carter, J. Byard, Hancock, T. Williams κ.λπ., κ.λπ.). Και ήταν και ο ίδιος ένας από τους καλύτερους, φυσώντας τα πνευστά του με τρόπο μοναδικό και αναγνωρίσιμο, με πάθος και με μέτρο. Ας τον ακούσουμε στο αριστουργηματικό Catta του Bobby Hutcherson: το σόλο του ανοιγοκλείνει σαν βεντάλια – μια έξω με ορμή στη φούρια της ζωής – μια μέσα με ευαισθησία στο κέντρο της σιωπής. Όχι τόσο εντυπωσιακό όσο το ξεσάλωμα του Hubbard στην τρομπέτα που ακολουθεί αλλά εξίσου όμορφο και αποτελεσματικό.


Και αν τα φιλαράκια του Sam Rivers στον ουρανό μπορεί να τον επιπλήττουν που άργησε τόσο να τους συναντήσει, νομίζω πως δικαιούται να τους απαντήσει πως εκείνοι ήταν που έφυγαν τόσο πολύ νωρίς.

Michael Kiwanuka


Ολα ξεκίνησαν την στιγμή που μπούκαρα με φόρα στο αγαπημένο μου δισκάδικο Rock N’ Roll Circus.

-Έχουμε κανα καλό 10”;
- Ναι φέραμε  το I’m Getting Ready από τον Michael Kiwanuka
-Τι φάση;
-Λίγο Terry Callier, λίγο Van Morrison και λίγο από Bill Withers
- Βάλτο σε μια σακούλα.

  Μου πήρε περίπου λίγα λεπτά για να ξεχωρίσω και να κολλήσω με το «Any Day Will Do Fine” και άλλα 30 λεπτά για να προχωρήσω στις άλλες δυο κομματάρες του EP «I’m Getting Ready» και «I Need You By My Side».  Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες και αντιγραφές από το wiki ούτε θα σου πω ότι άνοιγε την 2011 περιοδεία της Adele για να ψαρώσεις. Θα σου πω μόνο πως το πρώτο EP που κυκλοφόρησε στα τέλη Μαρτίου του 2011 αυτή την στιγμή το βρίσκεις στο discogs από 80£ και πάνω (limited edition) και ναι το χτύπησα γιατί μπορεί να μην έχω πολλούς εθισμούς αλλά σε κάτι τέτοια είμαι το χειρότερο junkie που έχεις δεί.

Άκουσε το «Tell Me A Tale» για να καταλάβεις και πως προβλέπω να την παθαίνει και ο Ip Christ όταν θα έρθει η παραγγελία..


Ανασκο-λο-πηση;


«Έχεις που έχεις κάνα μήνα να γράψεις, φτιάξε τουλάχιστον μια λίστα. Δεν βλέπεις ο Enzian τι γρήγορα που τη σκάρωσε;» Η γλυκιά φωνή του Freakastaire ήταν κακός οιωνός, δεν είναι καιροί να χάσουμε και τη δουλειά μας...

Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα. Αρρωσταίνω με τις λίστες. Είναι μια βίαιη απόπειρα κατάργησης της πολυπλοκότητας της ζωής, μια μάταιη χίμαιρα ταξινόμησης της χαοτικής (μουσικής και όχι μόνο) ύπαρξης που με παραλύει. Και εξηγούμαι:

Η αρχή της απροσδιοριστίας. Όταν έχουμε κάποιες εκατοντάδες gigabytes που δεν έχουμε ακούσει, όταν κυκλοφορούν χιλιάδες δίσκοι κάθε χρόνο, χώρια το bandcamp και το soundcloud, τι είδους «καλύτερα» είναι αυτά που θα βάλω στη λίστα μου, όταν αύριο κιόλας μπορεί να ανακαλύψω ή να προσέξω κάτι που θα έπρεπε δικαιωματικά να βρίσκεται πολύ ψηλά, αν όχι στην κορυφή της λίστας; Επιπλέον, κάθε μεγάλος μουσικός δημιουργεί τους προγόνους του, ενώ επόμενα βήματα ακόμα και του ίδιου καλλιτέχνη μπορούν να εξηγήσουν ή να φωτίσουν διαφορετικά τα προηγούμενα. Και πολύ συχνά οι πραγματικά μεγάλοι δίσκοι της χρονιάς μάς ξεφεύγουν. Σε πόσες λίστες είχαν μπει ο Zappa, ο Beefheart, ο Drake, οι Can ή οι Swans;

Η αρχή της σχετικότητας. Με το χέρι στην καρδιά, πόσους από τους δίσκους του 2007 ή του 2009 ξαναβάζουμε να ακούσουμε; Αυτό έχει να κάνει τόσο με τον τρόπο που καταναλώνεται πλέον η μουσική όσο και με το γεγονός ότι βγαίνει πολλή καλή μουσική αλλά σπάνια πολύ καλή μουσική. Κι έπειτα, δεν είναι όλες οι μουσικές για όλες τις ώρες. «Άλλα μου λες με τον καφέ κι άλλα με το κρασί» που λέει κι ο ποιητής. Για παράδειγμα, αριστούργημα ο δίσκος του Josh T. Pearson και μπράβο στο παλικάρι, αλλά μακράν ημών. Κάνει τους Red House Painters και τη Nico (και πολλούς άλλους) να ακούγονται σα μουσική για παιδικό πάρτυ. Αν χρειαστεί να τον ξανακούσω, θα σημαίνει ότι τα πράγματα είναι πάρα πολύ άσχημα... Επίσης, το αριστουργηματικό «Jeguol Naw Betwa» του Mahmoud Ahmed που κυκλοφόρησε το 2011 η Mississippi Records τυπικά είναι επανέκδοση από το 1978, όλοι όμως εκτός Addis Ababa το ακούσαμε τώρα για πρώτη φορά...

Ο πληθωρισμός. Και κάπως έτσι οδηγούμαστε στις ετικέτες, τις υποκατηγορίες, τα υποσύνολα. «Οι 150 καλύτεροι δίσκοι του 2011», «τα 10 must must must τραγούδια της ημέρας», «οι κορυφαίες ambient drone / post glitch hop κυκλοφορίες» και δεν συμμαζεύεται, κυριολεκτικά.

«Εντάξει ρε φίλε, μη μας πρήζεις, φτιάξε μια λίστα με τους δίσκους του 2011 που άκουσες εσύ και θεωρείς τώρα καλύτερους κι άσε τα υπόλοιπα για την ιστορία». Σωστό κι αυτό. Υποπτεύομαι ότι οι περισσότεροι έχουν σταματήσει να διαβάζουν αυτό το παραλήρημα προ πολλού, οπότε ας το κλείνουμε:

Γενικά συμφωνώ με τις επιλογές του Enzian, ακόμη και με αυτούς που λέει ότι μπορεί να αδίκησε (π.χ. Atlas Sound). Οι δίσκοι της PJ Harvey, του Kurt Vile και του Bill Callahan δεν μπορούν να λείπουν ούτε από τη λίστα του σουπερμάρκετ. Θα πρόσθετα τους Wilco γιατί είναι οι Wilco, τους War On Drugs του σπουδαίου συνοδοιπόρου του Kurt Vile Adam Granduciel, τους Woods και τους Oh Sees, τον Sandro Perri, τον Jonathan Wilson κι ας τον σπρώχνει το Uncut, αρκετές κυκλοφορίες της Sacred Bones και τους Mogwai, Tom Waits και M83 γιατί είναι δύσκολο να συνεχίζεις σε υψηλό επίπεδο τόσα χρόνια μετά.

Από τις μουσικές που δεν ακούω πολύ, αλλά που είναι ξεκάθαρα κυκλοφορίες του 2011 (ενώ ο Callahan ή ο Bon Iver είναι, ας πούμε, άχρονοι) ξεχωρίζω τον Caretaker, τους Aethenor, τους Prurient, τον Kuedo, τον Oneohtrix και μερικά ακόμη που μπορούμε να παρουσιάσουμε και εδώ. 

Επίσης, το 2011 ήταν σίγουρα μια χρονιά για τις γυναίκες. Μαζί με την PJ, την Anna Calvi και τη Lykke Li, υπάρχει η Julianna Barwick, η Julia Kent, η Grouper, η Evangelista, η Zola Jesus, η Chelsea Wolfe, η Ela Orleans, η Maria Minerva… 

Τέλος, αυτό που μάλλον θα κρατήσω, είναι ότι το 2011 ήταν για μένα η χρονιά των γερόλυκων, των μουσικών με τα πάρα πολλά ένσημα που δεν έχουν τίποτε να αποδείξουν και έβγαλαν δίσκους που δεν θα μπουν σε καμία λίστα με τις 10 καλύτερες κυκλοφορίες του 2011, αλλά παίζουν άνετα για μένα στην First Division και που ξέρω ότι θα ξανακούσω πολλές φορές και μέσα στο 2012. Είναι, ιδίως, ο Phil Wilson (God Bless Jim Kennedy), o D. Charles Speer (Arghiledes), ο J. Mascis (Several Shades Of Why), ο Stephen Malkmus (Mirror Traffic), ο Matt Elliott (Broken Man), οι Bats (Free All The Monsters), οι Jayhawks (Mockingbird Time) και οι Feelies (Here Before).


Καλή χρονιά!

Enzian's list


Tα καλύτερα μου για το 2011:
10. Lou Reed and Metallica – Lulu. Γιατί όταν σε 20 χρόνια θα ανακαλυφθεί αυτό το «χαμένο αριστούργημα» μόνο εγώ θα το έχω στις λίστες μου.
9. Real Estate – Days. Γιατί το φθινόπωρο μπορεί να είναι ένα παρατεταμένο καλοκαίρι παρά μια εισαγωγή στο χειμώνα.
8. Shakey Graves – Roll the Bones. Γιατί ο τύπος είναι από το Austin. Και ο δίσκος του είναι ό,τι πιο αυθεντικό άκουσα φέτος.
7. Fleet Foxes – Helplessness Blues. Γιατί ανταπεξήλθαν στις τεράστιες προσδοκίες χωρίς να ακολουθήσουν την πεπατημένη.
6. Radiohead – King of Limbs. Γιατί είναι ο καλύτερος δίσκος τους εδώ και μια δεκαετία. Απλά πράγματα.
5. Kurt Vile – Smoke Ring for my Hallo. Γιατί ανεβαίνει τα σκαλοπάτια δέκα-δέκα. Γιατί η φωνή του είναι μοναδική. Γιατί είναι μαλλιάς – πρωτίστως.
4. Girls – Father, Son, Holy Ghost. Γιατί συνδυάζουν εξυπνάδα και ευαισθησία. Γιατί αξιοποιούν την πιο πλούσια δεκαετία του ροκ, τα 70’ς. Γιατί γράφουν ερωτικά τραγούδια με τίτλο Vomit.

και πάμε στο βαρύ πυροβολικό, ισοβαθμία ουσιαστικά:

3. Bill Callahan – Apocalypse. Γιατί – επιτέλους – είναι ο σημαντικότερος singer/songwriter της τελευταίας 15ετίας. Ό,τι λένε οι λέξεις – και singer και songwriter.
2. P.J. Harvey – Let England Shake. Γιατί επανιδρύει τον εαυτό της στα γεράματα. Γιατί δεν έχει σταματήσει να μας εκπλήσσει. Γιατί είναι ΘΕΑ.
1. Bon Iver – Bon Iver. Γιατί σε μια εποχής ρηχότητας επιλέγει το βάθος. Γιατί σε μια εποχή ταχύτητας σε υποχρεώνει να σταθείς και να ακούσεις. Γιατί τολμάει – οι πιο ριψοκίνδυνες και ευρηματικές ενορχηστρώσεις σε φετινό δίσκο.



Έμειναν έξω, όχι απαραίτητα δίκαια, οι: Anne Calvi, Richmond Fontaine, Atlas Sound, Battles, Fergus and Geronimo, Dirty Beaches, Dodos, Crystal Stilts, Iron and Wine, Moon Duo, White Denim.


καλό 201
2

Real Estate - Days (2011)


Πότε πρόλαβαν οι Real Estate να εξελιχθούν σε αρχετυπικό indie συγκρότημα δεν ξέρω. Αλλά είναι όλα εδώ: το nerdy ίματζ, τα ψιθυριστά φωνητικά, οι απαλές κιθάρες χωρίς παραμόρφωση, οι νοσταλγικοί στίχοι. Τους ακούς και σκέφτεσαι πως σίγουρα είναι το καινούριο αγαπημένο συγκρότημα του Wes Anderson.


Ο δεύτερος δίσκος τους Days δεν έχει τις μεγάλες στιγμές του ντεμπούτου τους, και αυτό μπορεί να ξενίσει τους φίλους τους – δεν παίζει Beach Comber. Ακούγεται όμως απνευστί και εθιστικά, σαν μια ενιαία πρόταση σταθερά υψηλής ποιότητας, σαν ένα κομμάτι φθινοπωρινής μελαγχολίας που μυρίζει αρμύρα, τώρα που το καλοκαίρι τελείωσε και περπατάμε στην αμμουδιά τυλιγμένοι με τα μπουφάν μας και ο παγερός χειμώνας δεν θα αργήσει – τα μπλουζ του New Jersey.


Ίσως και οι Real Estate να γίνονται δέσμιοι της μουσικής τους πρότασης και το αποτέλεσμα να ακούγεται κάποιες φορές επίπεδο. Από την άλλη, έχουν μια μουσική πρόταση, απόλυτα διακριτή και ιδιόμορφη: είναι κυρίως οι κιθάρες του Ducktails που την εκφράζουν, αναγνωρίσιμες στο δευτερόλεπτο. Όχι μικρό επίτευγμα σε μια εποχή και σε ένα μουσικό όργανο όπου έχουν ήδη παιχτεί όλα.


Και στην τελική κατεβάζεις το παράθυρο του αυτοκινήτου, τυλιγμένος με το μπουφάν σου, και προσπαθείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου πως είναι ακόμη καλοκαίρι. Και ξαναβάζεις το Days από την αρχή. Και κατευθύνεσαι προς τη θάλασσα – τα μπλουζ της Αθήνας. Είναι μικρός ο κόσμος μας.

Drummerworld


Όπως και στον αθλητισμό έτσι και στη μουσική τα μεγάλα αστέρια έχουν προ πολλού σταματήσει να υπάρχουν. Υπερπαίκτης ο Διαμαντίδης, αλλά τον βάζεις δίπλα στον Γκάλη; 40 γκολ το χρόνο βάζει ο Ρονάλντο, πιάνει μία μπροστά στον Τζορτζ Μπεστ; Υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά στις μέρες – όσο καλή μουσική και να γίνεται – η ατομική αξία έχει αφανιστεί.

Σήμερα γράφω για αυτή την ατομική αξία στα ντραμς και υποχρεωτικά πηγαίνω 30 με 40 χρόνια πίσω. Τρία μουσικά δείγματα όπου το παίξιμο των ντραμς απογειώνει το μουσικό κομμάτι, χάρις στην προσωπική ιδιοφυΐα των αντίστοιχων ντραμέρηδων.

Και ξεκινάω με τους Can και το Vitamin C. 


Πολλά σούρνουμε στους Γερμανούς τελευταία, αλλά χαλάλι τους άμα βγάζουν τέτοιες γκρουπάρες. Το κομμάτι είναι αριστούργημα ούτως ή άλλως, το παίξιμο όμως του κύριου Liebezeit είναι από άλλο πλανήτη.


Ούτε rock μπορείς να το πεις ούτε jazz, πρόκειται για προσωπικό μουσικό ιδίωμα για το οποίο θα έπρεπε να διεκδικήσει ευρεσιτεχνία. Και αφήνω στην άκρη τον πεντακάθαρο ήχο και τις συνεχείς και εντελώς απρόβλεπτες αλλαγές στο ρυθμό: αυτό που με συγκινεί πρώτιστα είναι οι εναλλαγές στο piano και το forte, στα σιγανά και στα δυνατά, στο πως καταμερίζει μέσα στο κομμάτι την ένταση του ήχου του. Με τον τρόπο αυτό δημιουργεί ηχητικές αποχρώσεις εφάμιλλες ενός ζωγράφου, αποχρώσεις που αποτελούν το θεμέλιο της μουσικής των Can.

Και συνεχίζω με τους Police και τον ανεπανάληπτο Stewart Copeland. 


Θα μπορούσα να φανταστώ τους Police ακόμη και χωρίς τον Sting (που λέει ο λόγος) αλλά όχι χωρίς τον Copeland. Ας ακούσουμε για ακόμη μια φορά ένα κομμάτι που έχουμε ακούσει 732 φορές, το Message in a Bottle για παράδειγμα, ένα τραγούδι που το ξέρουμε απ’ έξω. Ας προσέξουμε τα τύμπανα: ξέρεις πότε θα βαρέσει το ταμπούρο; όχι. Και δεν θα το βαρέσει μόνο του, θα το βαρέσει με το πιατίνι. Και τώρα παίζει πάνω στα toms, αλλά και αυτό το είχες ξεχάσει. Ναι, τώρα θα βαρέσει το πιατίνι, το θυμάσαι αυτό, αλλά θα χτυπήσει το ride και όχι το crash που όλοι οι ντράμερ του γαλαξία μας θα χτυπούσαν. Ο άνθρωπος είναι ο μάγος του απροσδόκητου, κάθε βίδα του kit του έχει την προσωπική της αξία, κάθε χτύπημά του πάνω στα τύμπανα σημαίνει και κάτι. Και κάποιος μπορεί να πει πως υπάρχουν άφθονοι ντράμερ στη jazz που παίζουν με αυτό τον ιδιόμορφο τρόπο. Συμφωνώ, αλλά κανείς τους δεν έχει ενσωματώσει αυτό το παίξιμο στις απαιτήσεις ενός ροκ ή ποπ τραγουδιού χωρίς να ακούγεται παράταιρος. Και εδώ έγκειται η μεγαλοφυΐα του Copeland.


Και τελειώνω με John Bonham. 


Τον ξέρουμε όλοι, είναι ο κλασικός ροκ ντράμερ που παίζει δυνατότερα από όλους και παίζει τις κάλτσες του και σολάρει 10 λεπτά στο Moby Dick με απίστευτη ταχύτητα. Εγώ όμως δεν διαλέγω το Moby Dick ή το Achilles Last Stand – όπου τα «σπάει» όπως κανείς άλλος ποτέ. Διαλέγω το Kashmir, που τα τύμπανά του μπορώ να τα παίξω και εγώ (πάλι που λέει ο λόγος). Και όμως αυτή η απλότητα, αυτή η συσσωρευμένη, ανέκφραστη ένταση στο παίξιμο – που βρίσκει διέξοδο μόνο σε ελάχιστες στιγμές – προσδίδουν στο κομμάτι τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Ήλιος και άμμος, η έρημος, ο άνθρωπος που διαβαίνει την έρημο – ο Bonham εκφράζει την βαθύτερη ουσία της μουσικής και των στίχων του Kashmir με το απέριττο, δωρικό παίξιμό του, την εκφράζει και την υποστηρίζει ταυτόχρονα. Χαίρομαι ιδιαίτερα που μετά από τόσα χρόνια βρήκα στο ίντερνετ την επιβεβαίωση του ισχυρισμού μου από τον ίδιο τον Robert Plant: «είναι αυτά που δεν έπαιξε (ο Βonham) που έκαναν το τραγούδι να λειτουργήσει».


Διάλεξα να παρουσιάσω τρεις πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους ντράμερ, που ωστόσο μοιράζονταν ένα κοινό μυστικό: πως αν τα κρουστά παράγουν ήχο και αν η μουσική είναι ήχος τότε τα κρουστά μπορούν να παράγουν μουσική. Απεριόριστο respect και στους τρεις.

Supertramp - School (Crime of the Century, 1974)


Κάποιες φορές στην τέχνη – μάλλον στο διάολο η τέχνη, στην δημιουργική έκφραση θέλω να πω – συνεργάζονται όλα για να αποδώσουν την τελειότητα. Μας αρέσει να αποδίδουμε το αποτέλεσμα στη διάνοια εξαιρετικών, υπερανθρώπινων οντοτήτων. Στην πραγματικότητα πολλά συμβαίνουν ερήμην του δημιουργού. Ανοικτότητα χρειάζεται – να ακούσεις την μουσική που ήδη υπάρχει, να την ανακαλύψεις. Και αποφασιστικότητα. Και πάθος – κάτι που τέλος πάντων ζεσταίνει την περιοχή ανάμεσα στη λεκάνη και το στήθος.

Άκουσα πρόσφατα τυχαία στο ραδιόφωνο το School των Supertramp – δύο φορές σε 3 μέρες. Δεν τους έχω και σε καμία τεράστια υπόληψη. Έχουν έναν εκπληκτικό πρώτο δίσκο, εντελώς παραγνωρισμένο, από τα διαμάντια του βορειοαμερικάνικου progressive rock των 70’ς. Σιγά-σιγά ακολούθησαν και αυτοί την μοίρα των συνοιδοπόρων τους – Kansas, Journey, Styx κλπ – και απορροφήθηκαν ολοκληρωτικά από τις απαιτήσεις της μουσικής βιομηχανίας και του mainstream. Υπάρχουν όμως διάσπαρτες στιγμές στη δισκογραφία τους που απορείς από πού μπορεί να έχει έρθει τόση έμπνευση.


  
Πόσα αμέτρητα rock’n’roll τραγούδια για γκόμενες, για κραιπάλες, για βία, για χαμένους έρωτες. Και πόσα ελάχιστα για την παιδική ηλικία. Και είναι τόση η δύναμη της παιδικής ψυχής που κοιμάται μέσα σε όλους μας, που αυτή η δύναμη νομίζω πως επέτρεψε στο θαύμα της τελειότητας να συμβεί. 


Γιατί ακούς τη μοναχική φυσαρμόνικα στην αρχή του School και σε χτυπάει κατευθείαν στο στήθος. Και έρχονται με τον ήχο της όλες οι ατελείωτες ώρες που περνούσες σαν παιδί μόνος σου σε κάποιο δωμάτιο, όλη η μοναξιά του παιδιού, είχες δεν είχες αδέρφια. Και ακούς τις στριγγλιές των παιδιών που παίζουν έξω. Και είσαι full of doubt.


Θέλεις να παίξεις και δεν σε αφήνουν. Και έρχεται το πιάνο στη μέση του τραγουδιού και χορεύεις μόνος σου στο δωμάτιο. Και δεν ξέρεις αν είσαι υπέρμετρα χαρούμενος ή υπέρμετρα λυπημένος. Γιατί είσαι και τα δύο, γιατί μπορείς να είσαι και τα δύο, και η μουσική στο επιβεβαιώνει αυτό. Το ξέρεις μέσα σου και η μουσική σου το θυμίζει.


Το School ανοίγει τον τρίτο δίσκο των Supertramp, Crime of the Century. Eίναι ένας πραγματικά πολύ καλός δίσκος, ούτε μια στιγμή του όμως δεν πλησιάζει το μεγαλείο του School. Η παιδική ψυχή μίλησε εκεί. Αλλά αρκεί μια φορά να μιλήσει και επιτέλους να ακουστεί για να αλλάξουν όλα.



Guest Mixtape by Bad Spencer


We proudly present @The_Spenc aka Dj Bad Spencer from Yid!!Sid!!

R.I.P.: Jackie Leven (1950 - 2011)

Κανονικά, αυτό θα ήταν το δεύτερο post στην ενότητα των φίλων και θα αφορούσε τη φιλία του Jackie Leven με τον Ian Rankin και το σχετικό cd. Κανονικά, θα μιλούσα για ένα γνήσιο ροκά που ξέρει να επιβιώνει από πολύ δύσκολες καταστάσεις (ηρωίνη και μια απόπειρα στραγγαλισμού που τον άφησε χωρίς φωνή για δυο χρόνια...) και έχει βγάλει πάνω από είκοσι κατά βάση εξαιρετικούς δίσκους (ως Jackie Leven και ως Sir Vincent Lone) μετά τη διάλυση του συγκροτήματός του (των Doll By Doll, χωριστό και σημαντικό κεφάλαιο στο οποίο αξίζει να επανέλθουμε).


Κανονικά... αλλά μας πρόλαβε και πέθανε προχθές από καρκίνο στα πνευμόνια. Μισός Ιρλανδός και μισός τσιγγάνος στην καταγωγή, βέρος Σκωτσέζος στην καρδιά (σ’ αυτό υπάρχει αντιστοιχία με τον τεράστιο και επίσης μακαρίτη Lynott), μεγάλωσε δύσκολα στο βασίλειο του Fife (λίγο έξω από το Εδιμβούργο, πατρίδα του Ian Rankin και του ήρωά του John Rebus) και έβγαλε τον πρώτο δίσκο του (“Control”) ως John St Field το 1975. Το 1977 έφτιαξε τους Doll By Doll, μια υπέροχη μπάντα εκτός τόπου και χρόνου για την εποχή εκείνη όπου οι ευαισθησίες και τα ψυχεδελικά ακούσματα δεν ήταν προσόν. Διαλύθηκαν το 1982 μετά από τέσσερις δίσκους και ουσιαστικά επέστρεψε στη μουσική μετά από πολλές περιπέτειες το 1994, οπότε και ξεκίνησε να ηχογραφεί στην Cooking Vinyl. Είχε εξαιρετικούς όσο και πολύ ιδιαίτερους στίχους στα τραγούδια του και τίτλους που θα ζήλευε και ο Roy Harper, όπως τα «Sexual Loneliness Of Jesus Christ» και «Standing In Another Man’s Rain». 


Ακολουθούν μερικά βίντεο από το Youtube με την υπόσχεση να επιστρέψω:


















Όπως είπε και ο ίδιος, the mystery of love is greater than the mystery of death.