Double bill


Χαθήκαμε... Τέλος πάντων, τώρα είμαστε εδώ και για να καλύψουμε λίγο από τον χαμένο χρόνο προσφέρουμε ένα double bill στην τιμή του ενός, με διπλάσιο αμονιαζόλ και νέα βελτιωμένη γεύση.
Έχει γίνει πολλή κουβέντα τελευταία για την χρυσή αυγή. Αν εξαιρέσει κανείς τη δυσφήμιση που γίνεται στο black metal, δε νομίζω ότι χρειάζεται να ασχοληθεί κανείς ιδιαίτερα. Μερικά πράγματα είναι πρωτίστως ζήτημα αισθητικής (και τήρησης των νόμων, αλλά μάλλον ζητάμε πολλά). Έτσι, αν και φλέρταρα αρκετά με την ιδέα να ποστάρω μόνο μη αρεία μουσική μέχρι τις επόμενες εκλογές, μάλλον δεν θα το κάνω.
Από μουσικής άποψης, δύο είναι οι αξιομνημόνευτες «χρυσές αυγές». Η πρώτη μας έρχεται από τα ψυχεδελικά sixties και το ιδιαίτερα εύφορο σε τέτοιες μπάντες Τέξας. Το Power Plant του 1968 είναι ο μόνος δίσκος που κυκλοφόρησαν και είναι ένας μικρός θρύλος. Όπως συχνά συμβαίνει, το συγκρότημα διαλύθηκε λίγο μετά την κυκλοφορία του δίσκου, καθώς τους σνόμπαραν ως κόπια των σπουδαίων 13th Floor Elevators, αλλά ακόμη και ένα άκουσμα δείχνει επιρροές και από Love, καθώς και αρκετή πρωτοτυπία.



Οι δεύτεροι Golden Dawn φτιάχτηκαν στη Σκωτία το 1986, κυκλοφόρησαν δύο 7ιντσα στη Sarah Records (τα #9 και 17, το πρώτο από αυτά το ψάχνω ακόμη...) και ένα φλέξι στη Raving Pop Blast και διαλύθηκαν λίγο μετά, ενώ μέλη τους έφτιαξαν τους Christine’s Cat (με το ακόμη πιο σπάνιο 5ιντσο στη Sarah... πονεμένη ιστορία σας λέω). Οι Σκώτοι αυτοί, που θα έλεγε και ο Μανόλο, έπαιζαν όμορφη αγγλική indie pop, με τις ευαισθησίες που μαθαίνει κανείς να αγαπά / μισεί στην Sarah Records (αξίζει ιδιαίτερο ποστ, για να δούμε).


 Κι αν φτάσατε ως εδώ, έχουμε για μπόνους την τελευταία δουλειά του Δαυίδ του Κρακοβίτη, ενός "αλάδωτου" "γαμψομύτη" που μάλλον δεν ακούγεται πολύ στα γραφεία του κόμματος των αυγών. Αριστοτέχνης στο klezmer κλαρινέτο, ακολουθώντας την παράδοση του Tarras, του Brandwein και πολλών άλλων που γλίτωσαν την τελική λύση, ο κ. Krakauer έχει ήδη πίσω του μια σειρά από εξαιρετικές κυκλοφορίες (Klezmer Madness, A New Hot One κλπ.) και συνεργασίες (π.χ. Kronos Quartet, Masada). Εδώ ξεκινά με βάση «παραδοσιακές» συνθέσεις του Zorn για τους Masada, παντρεύει το klezmer με jazz, funk και fusion και με μια φανταστική μπάντα (και ένα laptop) κάνει, κυριολεκτικά, όργια, με αποκορύφωμα, για μένα τουλάχιστον, το δαιμονικό Tandal. Ακούγεται δυνατά!

ipchrist




Eurovision - revisited

Ανακάλυψα μία γκρουπάρα από τη Σερβία πρόσφατα και σκέφτηκα να μοιραστώ την ανακάλυψή μου αυτή με τις ορδές των πεινασμένων (κυριολεκτικά;) αναγνωστών του focanegra μας. Ω τι έκπληξις, το 1974 οι Korni Grupa είχαν συμμετάσχει στο διαγωνισμό της Eurovision με το κάτωθι άσμα



Το τραγούδι - αν και νερόβραστο - είναι όμορφο, την παράσταση όμως κλέβουν τα λαμέ, "χιόνια στο καμπαναριό" παντελόνια και οι διαπλανητικοί γιακάδες. Δυστυχώς οι Korni πάτωσαν και ο ιδρυτής τους Κορνήλιος Κόβατς, κουρασμένος από την πολυετή εμπορική αποτυχία, αποφάσισε να διαλύσει την μπάντα.

Τρία χρόνια πριν το άδοξο αυτό τέλος οι Korni Grupa είχαν κυκλοφορήσει το αριστουργηματικό ομώνυμο ντεμπούτο τους, το οποίο ήταν και ο 4ος (!) ροκ δίσκος που τυπωνόταν στην Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Τα μέλη του συγκροτήματος μπορεί να έχουν ονόματα που θυμίζουν μπασκετμπολίστες (Πρέλεβιτς, Πετζάκοβιτς), σαν μουσικοί πάντως σκίζουν. Ειδικά η φωνάρα ο τραγουδιστής τους και ο ταλαίπωρος Κόβατς, βιρτουόζος jazz πιανίστας. Η μουσική είναι jazz-fusion με prog στοιχεία που παραπέμπει στη γειτονική σκηνή της Ιταλίας. Αυτό που τους ξεχωρίζει πάντως είναι οι ρυθμοί της Βαλκανικής χερσονήσου που χρησιμοποιούν, φαντάζομαι ότι υπήρξαν πρωτοπόροι στο να παντρέψουν jazz και rock με παραδοσιακή μουσική, κάτι που στα χρόνια μας έγινε κανόνας με την ethnik-jazz σκηνή:



Κομματάρα αυτό το Πούτσα Ίστοκ, και όλος ο δίσκος είναι ένα χαμένο διαμάντι για τους φίλους του είδους. Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε - που λέει και ο Νιόνιος.

Enzian

Lost Highway - #moviekillers

Ταινία: Lost Highway
Καλλιτέχνης: Lou Reed
Τραγούδι: This Magic Moment

This magic moment, η μαγική στιγμή της πρώτης ματιάς, στο πρόσωπο της αγαπημένης, στο πρόσωπο της επιθυμίας, στο πρόσωπο μέσα στον καθρέφτη, will last forever, ο χρόνος σταματά, i know you felt it too, η ματιά που επιστρέφεται μέσα από αόρατες χαμένες λεωφόρους, το πρόσωπο που επιστρέφει μέσα στο πρόσωπο, είναι το πρόσωπο ενός αγγέλου ή ενός δαίμονα; Και τα δύο.



Είναι ανεπανάληπτος ο Lynch, το πως διακόπτει την αφήγηση της ταινίας με αυτό το υπερβατικό video-clip που μέσα σε ένα λεπτό συμπυκνώνει ολόκληρη την ουσία της ταινίας, είναι η επιθυμία, ο πόθος, το είδωλο του αγαπημένου προσώπου που χάνεται πίσω από κλειστά παράθυρα, αντικατοπτρισμός και απόσταση. Και είναι σπουδαία η συνάντηση του Lynch με τη μουσική του  Lou Reed - με αυτόν τον άλλο μεγάλο αποδομητή του αμερικανικού ονείρου και του έρωτα. Στα χέρια του Lou Reed το όμορφο ερωτικό τραγουδάκι των Drifters μεταμορφώνεται σε ένα απόκοσμο, νυχτερινό ύμνο στον έρωτα και τη μοναξιά - so why won't you dance with me? (εδώ μπορείτε να ακούσετε το πρωτότυπο http://www.youtube.com/watch?v=hVJ5Oyyimpw)

Κάποια στιγμή ο καθρέφτης θρυμματίζεται και τα θραύσματα σου γδέρνουν το πρόσωπο. Η μαγική στιγμή μετατρέπεται σε εφιάλτη. Από το κόκκινο του έρωτα στο κόκκινο του φόνου οι αποστάσεις μηδενίζονται.

Νιόνιος



Τελικά η μοίρα μας σαν λαός είναι αυτή της συρρίκνωσης. Κάποτε όλος ο γνωστός κόσμος μιλούσε ελληνικά. Τώρα είμαστε καμιά 15αριά εκατομμύρια άνθρωποι με τη δική μας γλώσσα, το δικό μας αλφάβητο, τις δικές μας ιδιαιτερότητες, μια μικρή έκταση γης ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο...πάντα κάπου ανάμεσα. Ότι και αν συμβαίνει εδώ δύσκολα πηγαίνει παρα-έξω, δύσκολα διαδίδεται, εύκολα μετατρέπεται σε εθνικό γεγονός.

Κάτι τέτοιο υπήρξε και ο Διονύσης Σαββόπουλος: ένα εθνικό γεγονός. Ψάχνω στο ίντερνετ να βρω εξωτερικές, μη-ελληνικές πηγές: τίποτα. Είναι κρίμα από τη μία, και από την άλλη έχουμε εμείς το προνόμιο να γνωρίζουμε και να απολαμβάνουμε την μουσική του. Αλλά στην τελική είναι κρίμα.

Όμως γνωρίζουμε τη μουσική του; Γιατί ο Σαββόπουλος δεν είναι μόνο Συννεφούλα και Μην Μιλάς άλλο για Αγάπη, δεν είναι καν μόνο Ωδή στο Γεώργιο Καραϊσκάκη και Θαλασσογραφία. Είναι και Μπάλος και Βρώμικο Ψωμί, είναι δηλαδή ο συνθέτης των μακροσκελών και πολύπλοκων συνθέσεων όπου ο ηλεκτρικός ήχος, η ψυχεδέλεια και το μπλουζ συναντάνε τη βαλκανική μουσική παράδοση, τα ρεμπέτικα και τα δημοτικά. Progressive-rock κάνει ο άνθρωπος (ότι και αν σημαίνει αυτό) και είναι από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του - και ας μην τον βρίσκεις σε καμία εγκυκλοπαίδεια και σε κανένα αφιέρωμα για το είδος.

Προσωπικά εγώ τον τοποθετώ πάνω από τον Ian Anderson των Jethro Tull - ίσως γιατί η μουσική του Σαββόπουλου είναι πιο συγκροτημένη, χωρίς περιττές διακοσμήσεις και πλατειάσματα. Στο αριστούργημά του από το Βρώμικο Ψωμί, τη Μαύρη Θάλασσα δεν μπορείς να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις ούτε φωνήεν. Πόση έμπνευση να χωρέσει σε 12 λεπτά μουσικής, το καταπληκτικό φλάουτο της Στέλλας Γαδέδη, το μπάσο τέζα στην παραμόρφωση, τα χορωδιακά φωνητικά, οι απόκοσμοι γυναικείοι αλαλαγμοί, οι διονυσιακοί ήχοι της Θράκης. Και τα λόγια, τα λόγια που έχουμε το προνόμιο να γνωρίζουμε και να απολαμβάνουμε. Μακρινές μου πεδιάδες πίσω από τις Συμπληγάδες.

#MovieKillers

Μουσική και κινηματογράφος πάνε μαζί. Ακόμα και όταν αυτός ήταν ακόμα βουβός. #ταδε εφη...(δικός σας)

Ή αλλιώς μερικές από τις πιο βιντεοκλιπάτες στιγμές στον κινηματογράφο..


Ταινία: Bronson IMDB
Καλλιτέχνης: Pet Shop Boys
Τραγούδι: It's A Sin

Εδώ ο Tom Hardy υποδύεται τον γνωστότερο κρατούμενο της Μεγάλης Βρετανίας Michael Peterson aka Charles Bronson. Σε αυτή την σκηνή ο Bronson  (μετά από τον αποκλεισμό του από κάθε φυλακή της Αγγλίας) βρίσκεται πλέον μέσα σ'ένα ψυχιατρείο ποτισμένος με κάθε λογής ψυχοφάρμακο και παρέα με (πιθανόν) πρώην θαμώνες του "UMATIC" οι οποίοι ξεσκουριάζουν υπό του ήχους των Pet Shop Boys.


Bowie's best song

Ας αρχίσουμε μια καμπάνια για το αγαπημένο σας David Bowie κομμάτι ever. Εγώ επιλέγω χωρίς δεύτερη σκέψη - ψέμμα, χωρίς καμία σκέψη - αυτό:



Περιμένουμε με περιέργεια και αγωνία τις προτάσεις σας στα σχόλια. Προσέλθετε στις κάλπες μαζικά!

Σ.Ε.Χ. (Παραγγελιά)


Η Miss Bukovo, Executive Vice-President (με μπλοκάκι την έχουμε, αλλά αυτό δεν ακούγεται τόσο εντυπωσιακό) του Ομίλου Focanegra για θέματα Marketing ήταν σαφής: Χωρίς σεξ και βία δεν θα δείτε επισκέπτες στο μαγαζί...


Αφουγκραζόμενοι, λοιπόν, τις επιθυμίες του κοινού, συνεχίζουμε το αφιέρωμα στην έβδομη τέχνη και μετά την Lee Remick σάς παρουσιάζουμε την Ilona Staller, αυτή τη φορά όχι σε ρόλο μούσας, αλλά εκτελέστριας (κυριολεκτικά...). Ta  θύματά της πολλά, από τους Drifters (“Save the last dance for me”) μέχρι τον Morricone (“Cavallina Cavallo”)





Εξ όσων γνωρίζω, πρόκειται για τον μοναδικό (ευτυχώς) μακράς διαρκείας δίσκο της, από το 1979. Εδώ έχουμε την επανέκδοση του 2000, με δύο μπόνους “discomix”.  Αν κάποιος αντέξει να την ακούσει ολόκληρη μπορεί να αφήσει τα στοιχεία του στα σχόλια για να του στείλουμε έξτρα (λογοκριμένα) scans…
 

Premiata Forneria Marconi


Οι φίλοι του progressive-rock φαντάζομαι πως τους ξέρουν, οι υπόλοιποι προφανώς όχι. Μοιάζει σαν χθες που ο ipchrist μου έδωσε το Photos of Ghosts - είναι όμως 20 χρόνια πίσω. Το αντέγραψα σε κασέτα, η κασέτα έλιωσε. Από τότε λες και ήταν ταγμένος να ανακαλύψει το καινούριο ιταλικό συγκρότημα που θα μπορούσε να τους συναγωνιστεί, αγοράζοντας οτιδήποτε είχε ιταλικό τίτλο και είχε κυκλοφορήσει την πενταετία 1971-76. Δεν τα κατάφερε, αν και ανακάλυψε μπόλικη καλή μουσική. Δεν φταίει εκείνος, απλά οι Premiata είναι οι καλύτεροι.

Αν κάτι πάντα θαύμαζα σε αυτή τη μπάντα είναι ότι ενώ εμφανίστηκαν σχετικά όψιμα στην prog-rock σκηνή (1972), όταν ήδη δηλαδή είχαν παιχτεί σχεδόν τα πάντα στο είδος, αυτοί μπορούσαν να παίρνουν τα καλύτερα στοιχεία από τις μεγάλες μπάντες του είδους (Yes, Genesis, ELP και κυρίως King Crimson) και να τα ταιριάζουν με ισορροπία και μέτρο στις δικές τους πρωτότυπες συνθέσεις. Καθώς και η μοναδική τους δεξιοτεχνία στο να περνάνε από το ένα μουσικό είδος στο άλλο, από την αναγεννησιακή μουσική στο rock και τη jazz, λες και δεν τρέχει τίποτα. Λυπάμαι, αλλά χρειάζεται και μια μουσική παιδεία για να γράψεις και να παίξεις ένα τόσο μεγαλειώδες κομμάτι όπως αυτό:



Πέρα όμως από τις μεγαλεπήβολες συνθέσεις, κρατώ για τους PFM μια πολύ ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου και για κάποιο άλλο λόγο: μέσα στο έργο τους έχουν κάποια τραγούδια πολύ πιο απλά σε σύλληψη, γραμμένα με τέτοια ευαισθησία και γλυκύτητα, που θα την χαρακτήριζα αμιγώς ιταλική. Μου θυμίζει ότι η Ιταλία του Μπερλουσκόνι και της μόδας δεν είναι η πραγματική Ιταλία, ότι από κάτω της κοιμάται η "κόκκινη" Ιταλία της δεκαετίας του '70, η Ιταλία των τεχνών και των γραμμάτων, της αισθητικής και του ανθρωπισμού. Μου θυμίζει ότι ο μεσογειακός Νότος - του οποίου και εμείς είμαστε μέρος του - έχει άλλες αξίες, ή η αξία είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Δεν μπορώ πάρα να συγκινούμαι ακούγοντας την κιθαρίτσα, το φλάουτο, το βιολί στα παρακάτω αγαπημένα μου κομμάτια:





Βλέποντας την ασπρόμαυρη εικόνα της RAI στο τελευταίο βίντεο σκέφτομαι πως, δεν μπορεί, κάτι από όλη αυτή την ομορφιά και την αθωότητα έχει επιζήσει μέσα στους γείτονές μας και μέσα μας. Ho quasi paura che si perda - που λένε στο Impressioni di Settembre και οι Premiata: "σχεδόν φοβάμαι μήπως χαθεί".


DJ Ashik: Exhale- Inhale

Στο αμέσως προηγούμενο ποστ αναφερθήκαμε στον μεγάλο DJ Ashik. Τα δαιμόνια στελέχη μας τον εντόπισαν και εξασφάλισαν για όλους εσάς, σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, μια απολαυστική συλλογή που καλύπτει δύο ηπείρους και τέσσερεις δεκαετίες, μαζί με την υπόσχεση για συνέχεια στο μέλλον. Με τα λόγια του ίδιου:

"Η  μουσική για μένα είναι ανάσα και αυτή η λίστα είναι για όσους  αναπνέουν... 
Από  το πάντα επίκαιρο "Revolution" έως την άλλη άκρη του Ατλαντικού και το αγαπημένο "Here" περιέχονται κομμάτια που είναι προσωπικά βιώματα, γι'αυτό και "δένουν" μεταξύ τους.... με αγάπη για τους επισκέπτες του Blog"

Lee Remick

Βλέποντας την Lee Remick, περασμένα τα 40 της, να υποφέρει ως μητέρα του Demian στην «Προφητεία» (1976), δεν θα μπορούσε ίσως να φανταστεί κανείς, παρά την κομψότητά της, ότι θα αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού / ονειρώξεων δύο (τουλάχιστον) συγκροτημάτων, σε βαθμό που να της αφιερώσουν τις πρώτες κυκλοφορίες τους. 


Κι όμως, πριν φτάσει στο ρόλο αυτό η Lee Remick είχε πίσω της ήδη μια σπουδαία καριέρα, έχοντας παίξει με τους Orson Wells, Montgomery Clift και Glenn Ford, καθώς και υπό τη σκηνοθεσία του Otto Preminger στο Anatomy of a Murder, αλλά και δίπλα στον Jack Lemmon στο Days of Wine and Roses.




Πρώτοι ήρθαν οι σπουδαίοι Go-Betweens, οι οποίοι το 1978 τιτλοφόρησαν την πρώτη κυκλοφορία τους «Lee Remick», με το ομώνυμο κομμάτι να βρίσκεται στην πρώτη πλευρά του 7ιντσου και την φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μαζί με τον Τσε και τον Ντύλαν.


Η δεύτερη πλευρά του δίσκου έχει το αριστουργηματικό «Karen», όπου οι Go-Betweens επιβεβαιώνουν τα διαβάσματά τους, με αναφορές σε Ζένε, Μπρεχτ και Τζόυς. Το τραγούδι αυτό έκανε γνωστό στην αθηναϊκή νύχτα ο μεγάλος DJ Ashik.


Για την ιστορία, το δισκάκι αυτό ήταν η πρώτη κυκλοφορία της αυστραλέζικης Able Label και είναι πλέον αντικείμενο πόθου για τους συλλέκτες. Η μόνη κόπια που μπόρεσα να εντοπίσω διατίθεται στη συμβολική τιμή των 528 Ευρώ (ούτε καν δύο κατώτατοι μισθοί, ευκαιρία!), ενώ και μια πρόσφατη επανέκδοσή του είναι δύσκολη. Για τους κοινούς θνητούς που δεν αρκούνται στο mp3, η καλύτερη επιλογή είναι ένα 12” του 1986 με τίτλο «The Able Label Singles» που μαζεύει τα δυο πρώτα 7ιντσα του συγκροτήματος και έχει και εξώφυλλο το κορίτσι μας.



Δεύτεροι ήρθαν οι δημοφιλείς στην Ελλάδα Hefner, οι οποίοι ξεκίνησαν με τη Lee Remick το 1997 (η ίδια είχε πεθάνει το 1991). Δεύτερο δισκάκι για το συγκρότημα, 500 αντίτυπα (βρίσκεται!), η Lee στο εξώφυλλο και “when I was young I dreamt of Lee Remick” στους στίχους. Άξια!



Ανούσιο trivia: και οι Hefner έχουν τραγούδι Karen (στο Hefner Heart)...

You keep me hangιng on - χαμούρα: covers pt1



Πόσοι άραγε έχουν έστω ακουστά το όνομα Vanilla Fudge στις μέρες μας; Και όμως πρόκειται για συγκρότημα που σάρωνε στην Αμερική στα τέλη των 60's (οι Zeppelin έπαιζαν support σε αυτούς), και όλα τα "βιβλία" τους αναφέρουν σαν το πλέον επιδραστικό σχήμα για την ανάπτυξη τόσο του heavy rock όσο και του ψυχεδελικού ήχου.

Ομολογώ πως και εγώ δεν τους είχα ψάξει τόσο προσεκτικά - ίσως επηρεασμένος από το γεγονός πως έπαιζαν ως επί το πλείστον διασκευές και όχι δικές τους συνθέσεις. Έπαθα λοιπόν την πλάκα μου ανακαλύπτοντας ξανά τον πρώτο και ομώνυμο δίσκο τους, κυκλοφορία του 1967 .

Πρόκειται για ένα μετα-μοντέρνο αριστούργημα, θα έλεγε κανείς προπομπός της εποχής των re-mixes, αποτελούμενο αποκλειστικά από διασκευές. Τα κομμάτια - δημοφιλή κομμάτια της εποχής, Beatles, Motown funk/soul, Cher - είναι παιγμένα με ένα εντελώς μοναδικό τρόπο: στη μισή από την αρχική τους ταχύτητα, χορωδιακά φωνητικά, δραματικές ερμηνείες, εκκλησιαστικό-hammond όργανο που πλημμυρίζει το χώρο, ξεκούρδιστες κιθάρες, λυσσαλέα τύμπανα. Και πάνω απ'όλα αδιάκοπες εναλλαγές από μία ένταση που πλησιάζει τα όρια της φασαρίας σε μια ησυχία που σβήνει μέσα στη σιωπή.



Ειλικρινά δεν ξέρω τι ναρκωτικά έπιναν, αλλά το ότι μπόρεσαν και άκουσαν μέσα στο πολύ όμορφο up-tempo τραγουδάκι των Supremes αυτό τον υπερ-δραματικό, ψυχεδελικό ύμνο  στο τέλος μιας σχέσης που οι ίδιοι ηχογράφησαν δεν εξηγείται εύκολα. Δύσκολα το λες και διασκευή, με τόση μουσική που οι ίδιοι ανακάλυψαν σκάβοντας μέσα στη μελωδία του τραγουδιού. Απλά ακούστε και απολαύστε - τι να λέμε τώρα;



YΓ1 music from outer space λέει ο τηλεπαρουσιαστής. Κάποτε αυτά παίζονταν στην τηλεόραση...
ΥΓ2 το αγαπημένο μου πάντως είναι το Εleanor Rigby
ΥΓ3 και η εκδοχή της Kim Wilde μια χαρά είναι - αλλά μην θίγουμε τα ιερά και τα όσια με αστείες συγκρίσεις.

Iron Maiden's gonna get you



Κανένα μουσικό είδος δεν περιχαρακώθηκε με τόσο βάναυσο τρόπο όσο το heavy metal. Και πράγματι: όσοι ακούνε heavy metal ακούνε μόνο heavy metal και τίποτα άλλο. Όλοι οι υπόλοιποι περιφρονούν το metal ως μουσική για σπυριάρηδες εφήβους με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.

Επιτέλους, κάποια στιγμή και το metal θα πρέπει να πάρει τη θέση που του αναλογεί στην ιστορία της rock μουσικής. Γιατί, προτού στηθούν τα χαρακώματα, το metal αποτελούσε ένα ζωτικό μέρος της, σε άμεση επικοινωνία με τις εκάστοτε μουσικές εξελίξεις.

Κανένα συγκρότημα δεν συμπυκνώνει την ιστορία του metal - και την μοίρα του - όσο οι Iron Maiden. Όποιος έχει μεγαλώσει στην δεκαετία του '80 καταλαβαίνει γιατί μιλάω. Δεν νοούνταν να ακούς metal και να μην προσκυνάς τους Maiden. Γιατί άραγε; Απλά γιατί οι Maiden - εσκεμμένα ή όχι - έθεσαν τα όρια του είδους σε όλα τα επίπεδα: σκληρές κιθάρες + επικές μελωδίες + "καθαρός" ήχος + τερατάκια στα εξώφυλλα + δερμάτινα και μακρύ μαλλί= η μανιέρα μέσα στην οποία το metal απολιθώθηκε και έχασε όλη τη φρεσκάδα και την επαναστατικότητα που το διέκρινε στις αρχές της δεκαετίας του '80. Με τους Maiden το metal αποκόπηκε από τις rock'n'roll καταβολές του και φυσιολογικά εκφυλίστηκε σε  ένα αναμάσημα δίχως ουσία.

Για τους λιγότερο μυημένους θα πρέπει να αναφέρω ότι οι Maiden εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '70 μαζί με δεκάδες άλλα βρετανικά συγκροτήματα - παντελώς άγνωστα στις μέρες μας - ως εκφραστές του νέου κύματος του βρετανικού heavy metal και ως απάντηση στην έκρηξη του punk στο νησί. Απάντηση στο punk - αλλά με άφθονα στοιχεία από αυτό, όσο και αν οι πιστοί μεταλλάδες ορκίζονται για το αντίθετο. Αυτοχρηματοδοτούμενες ηχογραφήσεις - lo-fi ήχος - επίθεση στο κατεστημένο - αλητεία - η πηγή ήταν και εδώ η ίδια - rock'n'roll ρε μουνιά που θα έλεγε κάποιος (εγώ ίσως;)


Δεν προσπαθώ βεβαίως να εξισώσω το punk με το metal, οι διαφορές είναι προφανείς και πασίγνωστες, απλά το χάσμα δεν είναι τόσο αχανές όσο κάποιοι νομίζουν - υπάρχουν και οι θεοί Motorhead να μας το υπενθυμίζουν πάντα αυτό.

Το πρώτο Maiden δισκάκι - ανεξάρτητα από metal ή ξε-metal - είναι ένα αριστούργημα της ροκ μουσικής, από τα αυθεντικότερα και δυνατότερα δείγματα του είδους, μπουνιά στο στομάχι. Και ναι, υπάρχουν οι επικές μελωδίες και οι διπλές κιθάρες αλά Thin Lizzy. Υπάρχει όμως και ένας βρώμικος, lo-fi ήχος. Υπάρχουν στίχοι που υμνούν την αγνή αλητεία (Prowler, Charlotte the Harlot). Υπάρχει ένας εμβληματικός τραγουδιστής - ΚΟΝΤΟΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ - που τραγουδά αλλά και φτύνει τις λέξεις με πάνκικο τρόπο. Και υπάρχει ένας μπασίστας - ο μεγάλος Steve Harris - που παίζει μπροστά από τις κιθάρες μόνο όπως γινόταν τότε στο post-punk. Ναι, οι Maiden είναι το heavy metal, προτού όμως αυτό εκτοξευτεί από τον πλανήτη Γη σε άλλους, δικούς του γαλαξίες.




Σύντομα οι Maiden ξεφορτώθηκαν τον Paul Di Anno - τον τραγουδιστή τους - προσλαμβάνοντας έναν μελωδικότερο και πάνω απ'όλα ΜΑΚΡΥΜΑΛΛΗ αντικαταστάτη. Από τότε ξεκίνησε και η τυποποίησή τους - όχι πως ήταν κακοί αλλά απουσίαζε πλέον η ζωντάνια, ο τσαμπουκάς, το ρίσκο. Τα συγκροτήματα του New Wave of British Heavy Metal είτε ξεπουλήθηκαν στις πολυεθνικές - όπως οι Def Leppard, που προτού καταντήσουν μουσική υπόκρουση στον Love FM τσακίζαν κόκαλα με τον ήχο τους  http://www.youtube.com/watch?v=xBy1jx5PQxM - είτε επέστρεψαν για δουλειά στις οικοδομές και τα φαστφουντάδικα. Οι Iron Maiden έγιναν εκατομμυριούχοι - το metal πέθανε, τόσο απλά. Θα υπάρχει πάντα όμως ο πρώτος τους δίσκος - όπου στο εξώφυλλο το θρυλικό τερατάκι Eddie εμφανίζεται με punk κόμμωση - να μας θυμίζει το πόσο σπουδαίοι είχαν υπάρξει. Και θα υπάρχουν κομμάτια όπως το ακόλουθο να μας φέρνουν ανατριχίλα, σε όποιο είδος και να τα κατατάσσουμε. Μουσική είναι.

Tindersticks (again and again...)

Όταν η συζήτηση αφορά τους Tindersticks, δεν έχει κανένα νόημα να προσποιηθώ τον "αντικειμενικό" (ούτως ότι χλιαρός ει, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου, που λέει και κάποια ψυχή): Τους λατρεύω, τους θαυμάζω για τα αριστουργήματα που μας έχουν χαρίσει, τους αγαπάω για τις συναυλίες τους (είναι το συγκρότημα που έχω δει τις περισσότερες φορές ζωντανά). 



Επιπλέον, κι αυτό είναι κάτι διαφορετικό και όχι αυτονόητο, τους σέβομαι γιατί άντεξαν την φυσιολογική κάμψη που αναγκαστικά περνά ένα συγκρότημα που υπάρχει και δημιουργεί εδώ και 20 χρόνια (παραπάνω αν συνυπολογίσουμε τους Asphalt Ribbons) χωρίς να διαλυθούν ή να ευτελιστούν. Και επανήλθαν από το 2008 και είναι πάλι εδώ, τώρα, όχι σαν ανάμνηση περασμένων μεγαλείων, όχι σαν ξεδοντιασμένα λιοντάρια ή "επασύνδεση" αρπαχτής, αλλά ως καλλιτέχνες που έχουν να πουν κάτι σημαντικό. 


Είμαι στο τρίτο άκουσμα του "The Something Rain" (κυκλοφορεί από την Lucky Dog, την Constellation και την City Slang σε λίγες μέρες) και ξέρω ήδη ότι είναι όλα εδώ: το Chocolate που ανοίγει τον δίσκο είναι η συνέχεια του My Sister, το Frozen Autumn σε πιάνει με τη μία, ο Terry Edwards κάνει τις ενορχηστρώσεις, ο David Kitt επιστρέφει και στη σύνθεση (στο Frozen, μαζί με τον Stuart)...

Μουσική για την ψυχή. All is not lost.



Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που αναρωτιέσαι πως αντέχουν τον εαυτό τους: με άφθονο ναρκισσισμό ίσως, με πολλά ναρκωτικά, με αμέτρητες εναλλαγές συντρόφων. Η καθημερινότητά τους. Άλλοι απανθρακώνονται μέσα στις φλόγες και άλλοι αφήνουν τη φωτιά να περάσει από μέσα τους, επιστρέφοντάς την μέσα στον κόσμο. Όχι χωρίς κόστος.

Για τον Miles Davis ότι και να ειπωθεί είναι εξ’αρχής λίγο, ελάχιστο. Και δεν προτίθεμαι να μιλήσω για τη σημασία του για την μουσική, την τέχνη καλύτερα, του 20ου αιώνα. Ακούω μονάχα τις δουλειές του από την πενταετία 1970-75 και αναρωτιέμαι ποια σκοτεινή και απόκοσμη οντότητα μπορεί να τον είχε επισκεφτεί ή κατοικήσει.





Πενηντάρης, έχοντας ήδη γράψει τα μεγάλα του αριστουργήματα – από το Birth of the Cool στο Milestones, από το Kind of Blue στο Bitches Brew – δεν υπάρχει πια κορυφή που να μην έχει κατακτηθεί. Και έτσι αφήνεται στις μεγάλες πνοές που συγκλονίζουν τα θεμέλια της ύπαρξης – είναι η επιστροφή στο χώμα, στην μητέρα Αφρική, στη Ζούγκλα. Το παίξιμό του δεν χαρακτηρίζεται από πάθος αλλά από μένος – κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει στον πολιτισμό μας και τις αστείες συμβάσεις του.

Χαρακτηριστικό είναι το solo του στο What I say από το Live Evil του 1971 (αρχίζει στο 3 λεπτό περίπου για τους πιο βιαστικούς). Η ένταση ξεπερνά τα όρια του σώματος – νομίζεις πως αν συνεχίζει να παίζει έτσι θα αρχίσουν να ξεκολλάνε κομμάτια σάρκας από πάνω του. Οι υπόλοιποι μουσικοί συμπαρασύρονται και αυτοί από το ξέφρενο όργιο του Αρχηγού και προσφέρουν ως θυσία ότι πιο βαθύ και αληθινό έχουν. Το αποτέλεσμα είναι μία από τις δυνατότερες ζωντανές ηχογραφήσεις όλων των εποχών – ανεξαρτήτως είδους μουσικής.





Δεν ήταν απλά μια τυχαία βραδιά. Ας ακούσει κανείς τις άλλες ζωντανές ηχογραφήσεις αυτής της περιόδου ή τα αριστουργηματικά A Tribute to Jack Johnson, On the Corner κλπ. Ο Miles φυσάει την τρομπέτα του με την ίδια ένταση συνεχώς. Ακατάπαυστος, ακατάβλητος, ένκαβλος. Το ανοικτό σώμα προσκαλεί και υποδέχεται την φωτιά που κατακαίει τα σύμπαντα. Με οποιοδήποτε κόστος.


Planet Caravan


Αν ήμουν καθηγητής μαθηματικών, θα ξεκινούσα κάπως έτσι:

Geezer Butler + Ozzy Osbourne + Leslie Speaker = Planet Caravan

Planet Caravan + 7 (ακόμη τραγούδια) = Paranoid = Metal

 Δεν θα πιάσω  να αναλύσω το άλμπουμ, όχι μόνο επειδή το έχουν αναλάβει ήδη τα τζιμάνια του Rolling Stone και το έχουν συμπεριλάβει στα 500 καλύτερα όλων των εποχών, αλλά και επειδή δεν την κατέχω την metal σκηνή, παρόλου που θεωρώ τους μουσικούς της συγκεκριμένης σκηνής, τεχνικά, πολλά επίπεδα πιο πάνω από κάθε άλλης σκηνής (ίσως με εξαίρεση τους μουσικούς της τζαζ).

 Είμαι από αυτούς που στο ερώτημα – κιθαρίστας ή ντράμερ;- θα απαντούσα με την μια –ο ΝΤΡΑΜΕΡ ο ΝΤΡΑΜΕΡ- και ναι είμαι και από αυτούς που όταν ακούνε τραγούδια σε μπαρ,συναυλίες, παίζω πάντα με τις φανταστικές μου μπαγκέτες και βαράω τον ρυθμό στα σύννεφα καπνού των τσιγάρων. Έλα όμως που κάθε φορά που ακούω το Planet Caravan, φίλε μου θα έδινα τα πάντα για να το γρατζουνίσω σε μια κιθάρα.

 Για να πω και την ντροπή μου, το κομμάτι το άκουσα για πρώτη φορά από τους Pantera και πίστευα πως ήταν δικό τους, μέχρι να το ακούσω στην σειρά Late Night Tales με επιλογές των AIR.

Το παραπάνω θέμα μου έσκασε όταν είδα το παρακάτω βίντεο…