Lee Remick

Βλέποντας την Lee Remick, περασμένα τα 40 της, να υποφέρει ως μητέρα του Demian στην «Προφητεία» (1976), δεν θα μπορούσε ίσως να φανταστεί κανείς, παρά την κομψότητά της, ότι θα αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού / ονειρώξεων δύο (τουλάχιστον) συγκροτημάτων, σε βαθμό που να της αφιερώσουν τις πρώτες κυκλοφορίες τους. 


Κι όμως, πριν φτάσει στο ρόλο αυτό η Lee Remick είχε πίσω της ήδη μια σπουδαία καριέρα, έχοντας παίξει με τους Orson Wells, Montgomery Clift και Glenn Ford, καθώς και υπό τη σκηνοθεσία του Otto Preminger στο Anatomy of a Murder, αλλά και δίπλα στον Jack Lemmon στο Days of Wine and Roses.




Πρώτοι ήρθαν οι σπουδαίοι Go-Betweens, οι οποίοι το 1978 τιτλοφόρησαν την πρώτη κυκλοφορία τους «Lee Remick», με το ομώνυμο κομμάτι να βρίσκεται στην πρώτη πλευρά του 7ιντσου και την φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μαζί με τον Τσε και τον Ντύλαν.


Η δεύτερη πλευρά του δίσκου έχει το αριστουργηματικό «Karen», όπου οι Go-Betweens επιβεβαιώνουν τα διαβάσματά τους, με αναφορές σε Ζένε, Μπρεχτ και Τζόυς. Το τραγούδι αυτό έκανε γνωστό στην αθηναϊκή νύχτα ο μεγάλος DJ Ashik.


Για την ιστορία, το δισκάκι αυτό ήταν η πρώτη κυκλοφορία της αυστραλέζικης Able Label και είναι πλέον αντικείμενο πόθου για τους συλλέκτες. Η μόνη κόπια που μπόρεσα να εντοπίσω διατίθεται στη συμβολική τιμή των 528 Ευρώ (ούτε καν δύο κατώτατοι μισθοί, ευκαιρία!), ενώ και μια πρόσφατη επανέκδοσή του είναι δύσκολη. Για τους κοινούς θνητούς που δεν αρκούνται στο mp3, η καλύτερη επιλογή είναι ένα 12του 1986 με τίτλο «The Able Label Singles» που μαζεύει τα δυο πρώτα 7ιντσα του συγκροτήματος και έχει και εξώφυλλο το κορίτσι μας.



Δεύτεροι ήρθαν οι δημοφιλείς στην Ελλάδα Hefner, οι οποίοι ξεκίνησαν με τη Lee Remick το 1997 (η ίδια είχε πεθάνει το 1991). Δεύτερο δισκάκι για το συγκρότημα, 500 αντίτυπα (βρίσκεται!), η Lee στο εξώφυλλο και “when I was young I dreamt of Lee Remick” στους στίχους. Άξια!



Ανούσιο trivia: και οι Hefner έχουν τραγούδι Karen (στο Hefner Heart)...

You keep me hangιng on - χαμούρα: covers pt1



Πόσοι άραγε έχουν έστω ακουστά το όνομα Vanilla Fudge στις μέρες μας; Και όμως πρόκειται για συγκρότημα που σάρωνε στην Αμερική στα τέλη των 60's (οι Zeppelin έπαιζαν support σε αυτούς), και όλα τα "βιβλία" τους αναφέρουν σαν το πλέον επιδραστικό σχήμα για την ανάπτυξη τόσο του heavy rock όσο και του ψυχεδελικού ήχου.

Ομολογώ πως και εγώ δεν τους είχα ψάξει τόσο προσεκτικά - ίσως επηρεασμένος από το γεγονός πως έπαιζαν ως επί το πλείστον διασκευές και όχι δικές τους συνθέσεις. Έπαθα λοιπόν την πλάκα μου ανακαλύπτοντας ξανά τον πρώτο και ομώνυμο δίσκο τους, κυκλοφορία του 1967 .

Πρόκειται για ένα μετα-μοντέρνο αριστούργημα, θα έλεγε κανείς προπομπός της εποχής των re-mixes, αποτελούμενο αποκλειστικά από διασκευές. Τα κομμάτια - δημοφιλή κομμάτια της εποχής, Beatles, Motown funk/soul, Cher - είναι παιγμένα με ένα εντελώς μοναδικό τρόπο: στη μισή από την αρχική τους ταχύτητα, χορωδιακά φωνητικά, δραματικές ερμηνείες, εκκλησιαστικό-hammond όργανο που πλημμυρίζει το χώρο, ξεκούρδιστες κιθάρες, λυσσαλέα τύμπανα. Και πάνω απ'όλα αδιάκοπες εναλλαγές από μία ένταση που πλησιάζει τα όρια της φασαρίας σε μια ησυχία που σβήνει μέσα στη σιωπή.



Ειλικρινά δεν ξέρω τι ναρκωτικά έπιναν, αλλά το ότι μπόρεσαν και άκουσαν μέσα στο πολύ όμορφο up-tempo τραγουδάκι των Supremes αυτό τον υπερ-δραματικό, ψυχεδελικό ύμνο  στο τέλος μιας σχέσης που οι ίδιοι ηχογράφησαν δεν εξηγείται εύκολα. Δύσκολα το λες και διασκευή, με τόση μουσική που οι ίδιοι ανακάλυψαν σκάβοντας μέσα στη μελωδία του τραγουδιού. Απλά ακούστε και απολαύστε - τι να λέμε τώρα;



YΓ1 music from outer space λέει ο τηλεπαρουσιαστής. Κάποτε αυτά παίζονταν στην τηλεόραση...
ΥΓ2 το αγαπημένο μου πάντως είναι το Εleanor Rigby
ΥΓ3 και η εκδοχή της Kim Wilde μια χαρά είναι - αλλά μην θίγουμε τα ιερά και τα όσια με αστείες συγκρίσεις.

Iron Maiden's gonna get you



Κανένα μουσικό είδος δεν περιχαρακώθηκε με τόσο βάναυσο τρόπο όσο το heavy metal. Και πράγματι: όσοι ακούνε heavy metal ακούνε μόνο heavy metal και τίποτα άλλο. Όλοι οι υπόλοιποι περιφρονούν το metal ως μουσική για σπυριάρηδες εφήβους με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.

Επιτέλους, κάποια στιγμή και το metal θα πρέπει να πάρει τη θέση που του αναλογεί στην ιστορία της rock μουσικής. Γιατί, προτού στηθούν τα χαρακώματα, το metal αποτελούσε ένα ζωτικό μέρος της, σε άμεση επικοινωνία με τις εκάστοτε μουσικές εξελίξεις.

Κανένα συγκρότημα δεν συμπυκνώνει την ιστορία του metal - και την μοίρα του - όσο οι Iron Maiden. Όποιος έχει μεγαλώσει στην δεκαετία του '80 καταλαβαίνει γιατί μιλάω. Δεν νοούνταν να ακούς metal και να μην προσκυνάς τους Maiden. Γιατί άραγε; Απλά γιατί οι Maiden - εσκεμμένα ή όχι - έθεσαν τα όρια του είδους σε όλα τα επίπεδα: σκληρές κιθάρες + επικές μελωδίες + "καθαρός" ήχος + τερατάκια στα εξώφυλλα + δερμάτινα και μακρύ μαλλί= η μανιέρα μέσα στην οποία το metal απολιθώθηκε και έχασε όλη τη φρεσκάδα και την επαναστατικότητα που το διέκρινε στις αρχές της δεκαετίας του '80. Με τους Maiden το metal αποκόπηκε από τις rock'n'roll καταβολές του και φυσιολογικά εκφυλίστηκε σε  ένα αναμάσημα δίχως ουσία.

Για τους λιγότερο μυημένους θα πρέπει να αναφέρω ότι οι Maiden εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '70 μαζί με δεκάδες άλλα βρετανικά συγκροτήματα - παντελώς άγνωστα στις μέρες μας - ως εκφραστές του νέου κύματος του βρετανικού heavy metal και ως απάντηση στην έκρηξη του punk στο νησί. Απάντηση στο punk - αλλά με άφθονα στοιχεία από αυτό, όσο και αν οι πιστοί μεταλλάδες ορκίζονται για το αντίθετο. Αυτοχρηματοδοτούμενες ηχογραφήσεις - lo-fi ήχος - επίθεση στο κατεστημένο - αλητεία - η πηγή ήταν και εδώ η ίδια - rock'n'roll ρε μουνιά που θα έλεγε κάποιος (εγώ ίσως;)


Δεν προσπαθώ βεβαίως να εξισώσω το punk με το metal, οι διαφορές είναι προφανείς και πασίγνωστες, απλά το χάσμα δεν είναι τόσο αχανές όσο κάποιοι νομίζουν - υπάρχουν και οι θεοί Motorhead να μας το υπενθυμίζουν πάντα αυτό.

Το πρώτο Maiden δισκάκι - ανεξάρτητα από metal ή ξε-metal - είναι ένα αριστούργημα της ροκ μουσικής, από τα αυθεντικότερα και δυνατότερα δείγματα του είδους, μπουνιά στο στομάχι. Και ναι, υπάρχουν οι επικές μελωδίες και οι διπλές κιθάρες αλά Thin Lizzy. Υπάρχει όμως και ένας βρώμικος, lo-fi ήχος. Υπάρχουν στίχοι που υμνούν την αγνή αλητεία (Prowler, Charlotte the Harlot). Υπάρχει ένας εμβληματικός τραγουδιστής - ΚΟΝΤΟΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ - που τραγουδά αλλά και φτύνει τις λέξεις με πάνκικο τρόπο. Και υπάρχει ένας μπασίστας - ο μεγάλος Steve Harris - που παίζει μπροστά από τις κιθάρες μόνο όπως γινόταν τότε στο post-punk. Ναι, οι Maiden είναι το heavy metal, προτού όμως αυτό εκτοξευτεί από τον πλανήτη Γη σε άλλους, δικούς του γαλαξίες.




Σύντομα οι Maiden ξεφορτώθηκαν τον Paul Di Anno - τον τραγουδιστή τους - προσλαμβάνοντας έναν μελωδικότερο και πάνω απ'όλα ΜΑΚΡΥΜΑΛΛΗ αντικαταστάτη. Από τότε ξεκίνησε και η τυποποίησή τους - όχι πως ήταν κακοί αλλά απουσίαζε πλέον η ζωντάνια, ο τσαμπουκάς, το ρίσκο. Τα συγκροτήματα του New Wave of British Heavy Metal είτε ξεπουλήθηκαν στις πολυεθνικές - όπως οι Def Leppard, που προτού καταντήσουν μουσική υπόκρουση στον Love FM τσακίζαν κόκαλα με τον ήχο τους  http://www.youtube.com/watch?v=xBy1jx5PQxM - είτε επέστρεψαν για δουλειά στις οικοδομές και τα φαστφουντάδικα. Οι Iron Maiden έγιναν εκατομμυριούχοι - το metal πέθανε, τόσο απλά. Θα υπάρχει πάντα όμως ο πρώτος τους δίσκος - όπου στο εξώφυλλο το θρυλικό τερατάκι Eddie εμφανίζεται με punk κόμμωση - να μας θυμίζει το πόσο σπουδαίοι είχαν υπάρξει. Και θα υπάρχουν κομμάτια όπως το ακόλουθο να μας φέρνουν ανατριχίλα, σε όποιο είδος και να τα κατατάσσουμε. Μουσική είναι.

Tindersticks (again and again...)

Όταν η συζήτηση αφορά τους Tindersticks, δεν έχει κανένα νόημα να προσποιηθώ τον "αντικειμενικό" (ούτως ότι χλιαρός ει, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου, που λέει και κάποια ψυχή): Τους λατρεύω, τους θαυμάζω για τα αριστουργήματα που μας έχουν χαρίσει, τους αγαπάω για τις συναυλίες τους (είναι το συγκρότημα που έχω δει τις περισσότερες φορές ζωντανά). 



Επιπλέον, κι αυτό είναι κάτι διαφορετικό και όχι αυτονόητο, τους σέβομαι γιατί άντεξαν την φυσιολογική κάμψη που αναγκαστικά περνά ένα συγκρότημα που υπάρχει και δημιουργεί εδώ και 20 χρόνια (παραπάνω αν συνυπολογίσουμε τους Asphalt Ribbons) χωρίς να διαλυθούν ή να ευτελιστούν. Και επανήλθαν από το 2008 και είναι πάλι εδώ, τώρα, όχι σαν ανάμνηση περασμένων μεγαλείων, όχι σαν ξεδοντιασμένα λιοντάρια ή "επασύνδεση" αρπαχτής, αλλά ως καλλιτέχνες που έχουν να πουν κάτι σημαντικό. 


Είμαι στο τρίτο άκουσμα του "The Something Rain" (κυκλοφορεί από την Lucky Dog, την Constellation και την City Slang σε λίγες μέρες) και ξέρω ήδη ότι είναι όλα εδώ: το Chocolate που ανοίγει τον δίσκο είναι η συνέχεια του My Sister, το Frozen Autumn σε πιάνει με τη μία, ο Terry Edwards κάνει τις ενορχηστρώσεις, ο David Kitt επιστρέφει και στη σύνθεση (στο Frozen, μαζί με τον Stuart)...

Μουσική για την ψυχή. All is not lost.



Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που αναρωτιέσαι πως αντέχουν τον εαυτό τους: με άφθονο ναρκισσισμό ίσως, με πολλά ναρκωτικά, με αμέτρητες εναλλαγές συντρόφων. Η καθημερινότητά τους. Άλλοι απανθρακώνονται μέσα στις φλόγες και άλλοι αφήνουν τη φωτιά να περάσει από μέσα τους, επιστρέφοντάς την μέσα στον κόσμο. Όχι χωρίς κόστος.

Για τον Miles Davis ότι και να ειπωθεί είναι εξ’αρχής λίγο, ελάχιστο. Και δεν προτίθεμαι να μιλήσω για τη σημασία του για την μουσική, την τέχνη καλύτερα, του 20ου αιώνα. Ακούω μονάχα τις δουλειές του από την πενταετία 1970-75 και αναρωτιέμαι ποια σκοτεινή και απόκοσμη οντότητα μπορεί να τον είχε επισκεφτεί ή κατοικήσει.





Πενηντάρης, έχοντας ήδη γράψει τα μεγάλα του αριστουργήματα – από το Birth of the Cool στο Milestones, από το Kind of Blue στο Bitches Brew – δεν υπάρχει πια κορυφή που να μην έχει κατακτηθεί. Και έτσι αφήνεται στις μεγάλες πνοές που συγκλονίζουν τα θεμέλια της ύπαρξης – είναι η επιστροφή στο χώμα, στην μητέρα Αφρική, στη Ζούγκλα. Το παίξιμό του δεν χαρακτηρίζεται από πάθος αλλά από μένος – κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει στον πολιτισμό μας και τις αστείες συμβάσεις του.

Χαρακτηριστικό είναι το solo του στο What I say από το Live Evil του 1971 (αρχίζει στο 3 λεπτό περίπου για τους πιο βιαστικούς). Η ένταση ξεπερνά τα όρια του σώματος – νομίζεις πως αν συνεχίζει να παίζει έτσι θα αρχίσουν να ξεκολλάνε κομμάτια σάρκας από πάνω του. Οι υπόλοιποι μουσικοί συμπαρασύρονται και αυτοί από το ξέφρενο όργιο του Αρχηγού και προσφέρουν ως θυσία ότι πιο βαθύ και αληθινό έχουν. Το αποτέλεσμα είναι μία από τις δυνατότερες ζωντανές ηχογραφήσεις όλων των εποχών – ανεξαρτήτως είδους μουσικής.





Δεν ήταν απλά μια τυχαία βραδιά. Ας ακούσει κανείς τις άλλες ζωντανές ηχογραφήσεις αυτής της περιόδου ή τα αριστουργηματικά A Tribute to Jack Johnson, On the Corner κλπ. Ο Miles φυσάει την τρομπέτα του με την ίδια ένταση συνεχώς. Ακατάπαυστος, ακατάβλητος, ένκαβλος. Το ανοικτό σώμα προσκαλεί και υποδέχεται την φωτιά που κατακαίει τα σύμπαντα. Με οποιοδήποτε κόστος.


Planet Caravan


Αν ήμουν καθηγητής μαθηματικών, θα ξεκινούσα κάπως έτσι:

Geezer Butler + Ozzy Osbourne + Leslie Speaker = Planet Caravan

Planet Caravan + 7 (ακόμη τραγούδια) = Paranoid = Metal

 Δεν θα πιάσω  να αναλύσω το άλμπουμ, όχι μόνο επειδή το έχουν αναλάβει ήδη τα τζιμάνια του Rolling Stone και το έχουν συμπεριλάβει στα 500 καλύτερα όλων των εποχών, αλλά και επειδή δεν την κατέχω την metal σκηνή, παρόλου που θεωρώ τους μουσικούς της συγκεκριμένης σκηνής, τεχνικά, πολλά επίπεδα πιο πάνω από κάθε άλλης σκηνής (ίσως με εξαίρεση τους μουσικούς της τζαζ).

 Είμαι από αυτούς που στο ερώτημα – κιθαρίστας ή ντράμερ;- θα απαντούσα με την μια –ο ΝΤΡΑΜΕΡ ο ΝΤΡΑΜΕΡ- και ναι είμαι και από αυτούς που όταν ακούνε τραγούδια σε μπαρ,συναυλίες, παίζω πάντα με τις φανταστικές μου μπαγκέτες και βαράω τον ρυθμό στα σύννεφα καπνού των τσιγάρων. Έλα όμως που κάθε φορά που ακούω το Planet Caravan, φίλε μου θα έδινα τα πάντα για να το γρατζουνίσω σε μια κιθάρα.

 Για να πω και την ντροπή μου, το κομμάτι το άκουσα για πρώτη φορά από τους Pantera και πίστευα πως ήταν δικό τους, μέχρι να το ακούσω στην σειρά Late Night Tales με επιλογές των AIR.

Το παραπάνω θέμα μου έσκασε όταν είδα το παρακάτω βίντεο…

Sam Rivers R.I.P.


Με την έλευση του 2012 καιρός να διαλυθούν δύο μύθοι: πρώτον, δεν ακούω μόνο ηλεκτρικές κιθάρες (υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες το επόμενο κείμενο να είναι πάνω στα κουαρτέτα του Bela Bartok). Δεύτερον, δεν πέθαναν όλοι οι μεγάλοι της jazz σε μικρή ηλικία και από υπερβολική δόση πρέζας. Ο σαξοφωνίστας - φλαουτίστας Sammy Rivers για παράδειγμα μας άφησε στις 26 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, σε ηλικία 88 ετών. Όχι από ναρκωτικά. Και ήταν ένας από τους μεγάλους.


Ο Rivers υπήρξε καταλύτης στη διαμόρφωση του ιδιώματος της free jazz, όντας από τους πρώτους jazzmen που έσπρωξαν τους παραδοσιακούς κανόνες της jazz στα όρια τους. Χωρίς ωστόσο να τους καταργεί. Χωρίς να εκτρέπεται στο χάος. Διατηρώντας το μέτρο, την αρμονία. Το αποτέλεσμα ακούγεται κάπως έτσι: μελίρρυτος κακοφωνία.


Αλλά βέβαια στην jazz δεν αρκούν μόνο οι προθέσεις, τα μεγαλόπνοα σχέδια, οι εμπνεύσεις. Η jazz δεν είναι μουσική που γράφεται στο χαρτί, αλλά μουσική που παίζεται, που βιώνεται, μουσική-βίωμα. Ο Rivers είχε την τύχη να παίζει με τους καλύτερους (Hubbard, R. Carter, J. Byard, Hancock, T. Williams κ.λπ., κ.λπ.). Και ήταν και ο ίδιος ένας από τους καλύτερους, φυσώντας τα πνευστά του με τρόπο μοναδικό και αναγνωρίσιμο, με πάθος και με μέτρο. Ας τον ακούσουμε στο αριστουργηματικό Catta του Bobby Hutcherson: το σόλο του ανοιγοκλείνει σαν βεντάλια – μια έξω με ορμή στη φούρια της ζωής – μια μέσα με ευαισθησία στο κέντρο της σιωπής. Όχι τόσο εντυπωσιακό όσο το ξεσάλωμα του Hubbard στην τρομπέτα που ακολουθεί αλλά εξίσου όμορφο και αποτελεσματικό.


Και αν τα φιλαράκια του Sam Rivers στον ουρανό μπορεί να τον επιπλήττουν που άργησε τόσο να τους συναντήσει, νομίζω πως δικαιούται να τους απαντήσει πως εκείνοι ήταν που έφυγαν τόσο πολύ νωρίς.

Michael Kiwanuka


Ολα ξεκίνησαν την στιγμή που μπούκαρα με φόρα στο αγαπημένο μου δισκάδικο Rock N’ Roll Circus.

-Έχουμε κανα καλό 10”;
- Ναι φέραμε  το I’m Getting Ready από τον Michael Kiwanuka
-Τι φάση;
-Λίγο Terry Callier, λίγο Van Morrison και λίγο από Bill Withers
- Βάλτο σε μια σακούλα.

  Μου πήρε περίπου λίγα λεπτά για να ξεχωρίσω και να κολλήσω με το «Any Day Will Do Fine” και άλλα 30 λεπτά για να προχωρήσω στις άλλες δυο κομματάρες του EP «I’m Getting Ready» και «I Need You By My Side».  Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες και αντιγραφές από το wiki ούτε θα σου πω ότι άνοιγε την 2011 περιοδεία της Adele για να ψαρώσεις. Θα σου πω μόνο πως το πρώτο EP που κυκλοφόρησε στα τέλη Μαρτίου του 2011 αυτή την στιγμή το βρίσκεις στο discogs από 80£ και πάνω (limited edition) και ναι το χτύπησα γιατί μπορεί να μην έχω πολλούς εθισμούς αλλά σε κάτι τέτοια είμαι το χειρότερο junkie που έχεις δεί.

Άκουσε το «Tell Me A Tale» για να καταλάβεις και πως προβλέπω να την παθαίνει και ο Ip Christ όταν θα έρθει η παραγγελία..


Ανασκο-λο-πηση;


«Έχεις που έχεις κάνα μήνα να γράψεις, φτιάξε τουλάχιστον μια λίστα. Δεν βλέπεις ο Enzian τι γρήγορα που τη σκάρωσε;» Η γλυκιά φωνή του Freakastaire ήταν κακός οιωνός, δεν είναι καιροί να χάσουμε και τη δουλειά μας...

Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα. Αρρωσταίνω με τις λίστες. Είναι μια βίαιη απόπειρα κατάργησης της πολυπλοκότητας της ζωής, μια μάταιη χίμαιρα ταξινόμησης της χαοτικής (μουσικής και όχι μόνο) ύπαρξης που με παραλύει. Και εξηγούμαι:

Η αρχή της απροσδιοριστίας. Όταν έχουμε κάποιες εκατοντάδες gigabytes που δεν έχουμε ακούσει, όταν κυκλοφορούν χιλιάδες δίσκοι κάθε χρόνο, χώρια το bandcamp και το soundcloud, τι είδους «καλύτερα» είναι αυτά που θα βάλω στη λίστα μου, όταν αύριο κιόλας μπορεί να ανακαλύψω ή να προσέξω κάτι που θα έπρεπε δικαιωματικά να βρίσκεται πολύ ψηλά, αν όχι στην κορυφή της λίστας; Επιπλέον, κάθε μεγάλος μουσικός δημιουργεί τους προγόνους του, ενώ επόμενα βήματα ακόμα και του ίδιου καλλιτέχνη μπορούν να εξηγήσουν ή να φωτίσουν διαφορετικά τα προηγούμενα. Και πολύ συχνά οι πραγματικά μεγάλοι δίσκοι της χρονιάς μάς ξεφεύγουν. Σε πόσες λίστες είχαν μπει ο Zappa, ο Beefheart, ο Drake, οι Can ή οι Swans;

Η αρχή της σχετικότητας. Με το χέρι στην καρδιά, πόσους από τους δίσκους του 2007 ή του 2009 ξαναβάζουμε να ακούσουμε; Αυτό έχει να κάνει τόσο με τον τρόπο που καταναλώνεται πλέον η μουσική όσο και με το γεγονός ότι βγαίνει πολλή καλή μουσική αλλά σπάνια πολύ καλή μουσική. Κι έπειτα, δεν είναι όλες οι μουσικές για όλες τις ώρες. «Άλλα μου λες με τον καφέ κι άλλα με το κρασί» που λέει κι ο ποιητής. Για παράδειγμα, αριστούργημα ο δίσκος του Josh T. Pearson και μπράβο στο παλικάρι, αλλά μακράν ημών. Κάνει τους Red House Painters και τη Nico (και πολλούς άλλους) να ακούγονται σα μουσική για παιδικό πάρτυ. Αν χρειαστεί να τον ξανακούσω, θα σημαίνει ότι τα πράγματα είναι πάρα πολύ άσχημα... Επίσης, το αριστουργηματικό «Jeguol Naw Betwa» του Mahmoud Ahmed που κυκλοφόρησε το 2011 η Mississippi Records τυπικά είναι επανέκδοση από το 1978, όλοι όμως εκτός Addis Ababa το ακούσαμε τώρα για πρώτη φορά...

Ο πληθωρισμός. Και κάπως έτσι οδηγούμαστε στις ετικέτες, τις υποκατηγορίες, τα υποσύνολα. «Οι 150 καλύτεροι δίσκοι του 2011», «τα 10 must must must τραγούδια της ημέρας», «οι κορυφαίες ambient drone / post glitch hop κυκλοφορίες» και δεν συμμαζεύεται, κυριολεκτικά.

«Εντάξει ρε φίλε, μη μας πρήζεις, φτιάξε μια λίστα με τους δίσκους του 2011 που άκουσες εσύ και θεωρείς τώρα καλύτερους κι άσε τα υπόλοιπα για την ιστορία». Σωστό κι αυτό. Υποπτεύομαι ότι οι περισσότεροι έχουν σταματήσει να διαβάζουν αυτό το παραλήρημα προ πολλού, οπότε ας το κλείνουμε:

Γενικά συμφωνώ με τις επιλογές του Enzian, ακόμη και με αυτούς που λέει ότι μπορεί να αδίκησε (π.χ. Atlas Sound). Οι δίσκοι της PJ Harvey, του Kurt Vile και του Bill Callahan δεν μπορούν να λείπουν ούτε από τη λίστα του σουπερμάρκετ. Θα πρόσθετα τους Wilco γιατί είναι οι Wilco, τους War On Drugs του σπουδαίου συνοδοιπόρου του Kurt Vile Adam Granduciel, τους Woods και τους Oh Sees, τον Sandro Perri, τον Jonathan Wilson κι ας τον σπρώχνει το Uncut, αρκετές κυκλοφορίες της Sacred Bones και τους Mogwai, Tom Waits και M83 γιατί είναι δύσκολο να συνεχίζεις σε υψηλό επίπεδο τόσα χρόνια μετά.

Από τις μουσικές που δεν ακούω πολύ, αλλά που είναι ξεκάθαρα κυκλοφορίες του 2011 (ενώ ο Callahan ή ο Bon Iver είναι, ας πούμε, άχρονοι) ξεχωρίζω τον Caretaker, τους Aethenor, τους Prurient, τον Kuedo, τον Oneohtrix και μερικά ακόμη που μπορούμε να παρουσιάσουμε και εδώ. 

Επίσης, το 2011 ήταν σίγουρα μια χρονιά για τις γυναίκες. Μαζί με την PJ, την Anna Calvi και τη Lykke Li, υπάρχει η Julianna Barwick, η Julia Kent, η Grouper, η Evangelista, η Zola Jesus, η Chelsea Wolfe, η Ela Orleans, η Maria Minerva… 

Τέλος, αυτό που μάλλον θα κρατήσω, είναι ότι το 2011 ήταν για μένα η χρονιά των γερόλυκων, των μουσικών με τα πάρα πολλά ένσημα που δεν έχουν τίποτε να αποδείξουν και έβγαλαν δίσκους που δεν θα μπουν σε καμία λίστα με τις 10 καλύτερες κυκλοφορίες του 2011, αλλά παίζουν άνετα για μένα στην First Division και που ξέρω ότι θα ξανακούσω πολλές φορές και μέσα στο 2012. Είναι, ιδίως, ο Phil Wilson (God Bless Jim Kennedy), o D. Charles Speer (Arghiledes), ο J. Mascis (Several Shades Of Why), ο Stephen Malkmus (Mirror Traffic), ο Matt Elliott (Broken Man), οι Bats (Free All The Monsters), οι Jayhawks (Mockingbird Time) και οι Feelies (Here Before).


Καλή χρονιά!

Enzian's list


Tα καλύτερα μου για το 2011:
10. Lou Reed and Metallica – Lulu. Γιατί όταν σε 20 χρόνια θα ανακαλυφθεί αυτό το «χαμένο αριστούργημα» μόνο εγώ θα το έχω στις λίστες μου.
9. Real Estate – Days. Γιατί το φθινόπωρο μπορεί να είναι ένα παρατεταμένο καλοκαίρι παρά μια εισαγωγή στο χειμώνα.
8. Shakey Graves – Roll the Bones. Γιατί ο τύπος είναι από το Austin. Και ο δίσκος του είναι ό,τι πιο αυθεντικό άκουσα φέτος.
7. Fleet Foxes – Helplessness Blues. Γιατί ανταπεξήλθαν στις τεράστιες προσδοκίες χωρίς να ακολουθήσουν την πεπατημένη.
6. Radiohead – King of Limbs. Γιατί είναι ο καλύτερος δίσκος τους εδώ και μια δεκαετία. Απλά πράγματα.
5. Kurt Vile – Smoke Ring for my Hallo. Γιατί ανεβαίνει τα σκαλοπάτια δέκα-δέκα. Γιατί η φωνή του είναι μοναδική. Γιατί είναι μαλλιάς – πρωτίστως.
4. Girls – Father, Son, Holy Ghost. Γιατί συνδυάζουν εξυπνάδα και ευαισθησία. Γιατί αξιοποιούν την πιο πλούσια δεκαετία του ροκ, τα 70’ς. Γιατί γράφουν ερωτικά τραγούδια με τίτλο Vomit.

και πάμε στο βαρύ πυροβολικό, ισοβαθμία ουσιαστικά:

3. Bill Callahan – Apocalypse. Γιατί – επιτέλους – είναι ο σημαντικότερος singer/songwriter της τελευταίας 15ετίας. Ό,τι λένε οι λέξεις – και singer και songwriter.
2. P.J. Harvey – Let England Shake. Γιατί επανιδρύει τον εαυτό της στα γεράματα. Γιατί δεν έχει σταματήσει να μας εκπλήσσει. Γιατί είναι ΘΕΑ.
1. Bon Iver – Bon Iver. Γιατί σε μια εποχής ρηχότητας επιλέγει το βάθος. Γιατί σε μια εποχή ταχύτητας σε υποχρεώνει να σταθείς και να ακούσεις. Γιατί τολμάει – οι πιο ριψοκίνδυνες και ευρηματικές ενορχηστρώσεις σε φετινό δίσκο.



Έμειναν έξω, όχι απαραίτητα δίκαια, οι: Anne Calvi, Richmond Fontaine, Atlas Sound, Battles, Fergus and Geronimo, Dirty Beaches, Dodos, Crystal Stilts, Iron and Wine, Moon Duo, White Denim.


καλό 201
2

Real Estate - Days (2011)


Πότε πρόλαβαν οι Real Estate να εξελιχθούν σε αρχετυπικό indie συγκρότημα δεν ξέρω. Αλλά είναι όλα εδώ: το nerdy ίματζ, τα ψιθυριστά φωνητικά, οι απαλές κιθάρες χωρίς παραμόρφωση, οι νοσταλγικοί στίχοι. Τους ακούς και σκέφτεσαι πως σίγουρα είναι το καινούριο αγαπημένο συγκρότημα του Wes Anderson.


Ο δεύτερος δίσκος τους Days δεν έχει τις μεγάλες στιγμές του ντεμπούτου τους, και αυτό μπορεί να ξενίσει τους φίλους τους – δεν παίζει Beach Comber. Ακούγεται όμως απνευστί και εθιστικά, σαν μια ενιαία πρόταση σταθερά υψηλής ποιότητας, σαν ένα κομμάτι φθινοπωρινής μελαγχολίας που μυρίζει αρμύρα, τώρα που το καλοκαίρι τελείωσε και περπατάμε στην αμμουδιά τυλιγμένοι με τα μπουφάν μας και ο παγερός χειμώνας δεν θα αργήσει – τα μπλουζ του New Jersey.


Ίσως και οι Real Estate να γίνονται δέσμιοι της μουσικής τους πρότασης και το αποτέλεσμα να ακούγεται κάποιες φορές επίπεδο. Από την άλλη, έχουν μια μουσική πρόταση, απόλυτα διακριτή και ιδιόμορφη: είναι κυρίως οι κιθάρες του Ducktails που την εκφράζουν, αναγνωρίσιμες στο δευτερόλεπτο. Όχι μικρό επίτευγμα σε μια εποχή και σε ένα μουσικό όργανο όπου έχουν ήδη παιχτεί όλα.


Και στην τελική κατεβάζεις το παράθυρο του αυτοκινήτου, τυλιγμένος με το μπουφάν σου, και προσπαθείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου πως είναι ακόμη καλοκαίρι. Και ξαναβάζεις το Days από την αρχή. Και κατευθύνεσαι προς τη θάλασσα – τα μπλουζ της Αθήνας. Είναι μικρός ο κόσμος μας.

Drummerworld


Όπως και στον αθλητισμό έτσι και στη μουσική τα μεγάλα αστέρια έχουν προ πολλού σταματήσει να υπάρχουν. Υπερπαίκτης ο Διαμαντίδης, αλλά τον βάζεις δίπλα στον Γκάλη; 40 γκολ το χρόνο βάζει ο Ρονάλντο, πιάνει μία μπροστά στον Τζορτζ Μπεστ; Υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά στις μέρες – όσο καλή μουσική και να γίνεται – η ατομική αξία έχει αφανιστεί.

Σήμερα γράφω για αυτή την ατομική αξία στα ντραμς και υποχρεωτικά πηγαίνω 30 με 40 χρόνια πίσω. Τρία μουσικά δείγματα όπου το παίξιμο των ντραμς απογειώνει το μουσικό κομμάτι, χάρις στην προσωπική ιδιοφυΐα των αντίστοιχων ντραμέρηδων.

Και ξεκινάω με τους Can και το Vitamin C. 


Πολλά σούρνουμε στους Γερμανούς τελευταία, αλλά χαλάλι τους άμα βγάζουν τέτοιες γκρουπάρες. Το κομμάτι είναι αριστούργημα ούτως ή άλλως, το παίξιμο όμως του κύριου Liebezeit είναι από άλλο πλανήτη.


Ούτε rock μπορείς να το πεις ούτε jazz, πρόκειται για προσωπικό μουσικό ιδίωμα για το οποίο θα έπρεπε να διεκδικήσει ευρεσιτεχνία. Και αφήνω στην άκρη τον πεντακάθαρο ήχο και τις συνεχείς και εντελώς απρόβλεπτες αλλαγές στο ρυθμό: αυτό που με συγκινεί πρώτιστα είναι οι εναλλαγές στο piano και το forte, στα σιγανά και στα δυνατά, στο πως καταμερίζει μέσα στο κομμάτι την ένταση του ήχου του. Με τον τρόπο αυτό δημιουργεί ηχητικές αποχρώσεις εφάμιλλες ενός ζωγράφου, αποχρώσεις που αποτελούν το θεμέλιο της μουσικής των Can.

Και συνεχίζω με τους Police και τον ανεπανάληπτο Stewart Copeland. 


Θα μπορούσα να φανταστώ τους Police ακόμη και χωρίς τον Sting (που λέει ο λόγος) αλλά όχι χωρίς τον Copeland. Ας ακούσουμε για ακόμη μια φορά ένα κομμάτι που έχουμε ακούσει 732 φορές, το Message in a Bottle για παράδειγμα, ένα τραγούδι που το ξέρουμε απ’ έξω. Ας προσέξουμε τα τύμπανα: ξέρεις πότε θα βαρέσει το ταμπούρο; όχι. Και δεν θα το βαρέσει μόνο του, θα το βαρέσει με το πιατίνι. Και τώρα παίζει πάνω στα toms, αλλά και αυτό το είχες ξεχάσει. Ναι, τώρα θα βαρέσει το πιατίνι, το θυμάσαι αυτό, αλλά θα χτυπήσει το ride και όχι το crash που όλοι οι ντράμερ του γαλαξία μας θα χτυπούσαν. Ο άνθρωπος είναι ο μάγος του απροσδόκητου, κάθε βίδα του kit του έχει την προσωπική της αξία, κάθε χτύπημά του πάνω στα τύμπανα σημαίνει και κάτι. Και κάποιος μπορεί να πει πως υπάρχουν άφθονοι ντράμερ στη jazz που παίζουν με αυτό τον ιδιόμορφο τρόπο. Συμφωνώ, αλλά κανείς τους δεν έχει ενσωματώσει αυτό το παίξιμο στις απαιτήσεις ενός ροκ ή ποπ τραγουδιού χωρίς να ακούγεται παράταιρος. Και εδώ έγκειται η μεγαλοφυΐα του Copeland.


Και τελειώνω με John Bonham. 


Τον ξέρουμε όλοι, είναι ο κλασικός ροκ ντράμερ που παίζει δυνατότερα από όλους και παίζει τις κάλτσες του και σολάρει 10 λεπτά στο Moby Dick με απίστευτη ταχύτητα. Εγώ όμως δεν διαλέγω το Moby Dick ή το Achilles Last Stand – όπου τα «σπάει» όπως κανείς άλλος ποτέ. Διαλέγω το Kashmir, που τα τύμπανά του μπορώ να τα παίξω και εγώ (πάλι που λέει ο λόγος). Και όμως αυτή η απλότητα, αυτή η συσσωρευμένη, ανέκφραστη ένταση στο παίξιμο – που βρίσκει διέξοδο μόνο σε ελάχιστες στιγμές – προσδίδουν στο κομμάτι τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Ήλιος και άμμος, η έρημος, ο άνθρωπος που διαβαίνει την έρημο – ο Bonham εκφράζει την βαθύτερη ουσία της μουσικής και των στίχων του Kashmir με το απέριττο, δωρικό παίξιμό του, την εκφράζει και την υποστηρίζει ταυτόχρονα. Χαίρομαι ιδιαίτερα που μετά από τόσα χρόνια βρήκα στο ίντερνετ την επιβεβαίωση του ισχυρισμού μου από τον ίδιο τον Robert Plant: «είναι αυτά που δεν έπαιξε (ο Βonham) που έκαναν το τραγούδι να λειτουργήσει».


Διάλεξα να παρουσιάσω τρεις πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους ντράμερ, που ωστόσο μοιράζονταν ένα κοινό μυστικό: πως αν τα κρουστά παράγουν ήχο και αν η μουσική είναι ήχος τότε τα κρουστά μπορούν να παράγουν μουσική. Απεριόριστο respect και στους τρεις.