Αν υπάρχει θεός, παίζει να
με βάλει να γράψω «δεν θα ξαναπώ γριά την Patti Smith» εκατό
φορές. Αυτό που συνέβη χθες στο Ηρώδειο θα μείνει για πολλά χρόνια μέσα μου ως
ένα από τα καλύτερα λαϊβ που έχω δεί. Δεν υπάρχει καμία υπερβολή σε αυτό που
λέω, δεν θυμάμαι ποτέ ένα Ηρώδειο να γίνεται τόσο άνω-κάτω και από «καθώς
πρέπει» να κοντράρει ακόμα και τα κάφρικα λαϊβ του ΑΝ κλάμπ.
Η πρώτη σπίθα -η
οποία άρχισε να ενεργοποιεί το κοινό- έπεσε με την διασκεύη στο «Summertime Blues” του Eddie
Cohran και την Patti να το
«κουνάει σαν κορίτσι του κολλεγίου. Ασταμάτητη με τεράστια ενέργεια -μη ξεχνάμε ότι πατάει τα 67- δεν σταματάει
καθόλου να χορεύει και να ανεβωκατεβαίνει πάνω και κάτω από την σκηνή. Το
αποκορύφωμα της βραδιάς ήταν η στιγμή που αφήνει την μπάντα της για να πάει
μπακστεϊτζ για να πάρει μερικές ανάσες αλλά εκείνη ξανα εμφανίζεται (!) και
αρχίζει να χορεύει στο κενό μεταξύ θεατών και της σκηνής. Αποτέλεσμα, ήταν να
αρχίζουν να πηδούν από τα καθίσματα –αρχικά μια γυναίκα περίπου της ηλικίας
της- δεκάδες οι οποίοι έγιναν εκατοντάδες και κάπου εκεί η μπάλα χάθηκε που
λέμε. Οι ταξιθέτες και η ασφάλεια έπαθαν σοκ! Δεν πρέπει ποτέ να έχει
ξανασυμβεί κάτι τέτοιο εκεί! Τουλάχιστον όχι στα χρόνια που πατάω εγώ!
Η χθεσινή βραδιά
είχε τέτοια ενέργεια, που ούτε που κατάλαβα πως από το πάνω διάζωμα βρέθηκα στο
κάτω, παρέα με ένα ζευγάρι -που κρατιόταν χέρι με χέρι και ήταν περίπου στην
ηλικία των γονιών μου- να χορεύουμε αγκαλιά την γαμιστερότερη /τεράστια
εκτέλεση των Horses/ Land Of The
Thousand Dances/ Gloria.
Αγαπημένη Pattiείσαι μια ιέρεια της ροκ σκηνής και εχθές αυτό το απέδειξες
–και με το παραπάνω- στους νεότερους που βρέθηκαν εκεί. Όμως να μου επιτρέψεις
να σου εξηγήσω σε κάποια άλλη φάση γιατί γέλασε το κοινό την στιγμή που είπες
«Ελλάδα, η χώρα που γέννησε την Δημοκρατία».
*credits για την φωτο/κούρεμα της Patti στα παιδιά του wearthistoday
#1 Ο Enzian μού ζήτησε να γράψω
εγώ για τη συναυλία, και μου παραχώρησε και την ατάκα του «Ο μόνος λόγος που οι Dream
Syndicate δεν έγιναν διάσημοι
είναι ότι ο Wynn είναι τόσο καλός άνθρωπος, όλοι οι άλλοι είναι σκατόψυχοι.». Σωστό, αλλά
δεν φτάνει. Εγώ θέλω να σκέφτομαι ότι καλοί άνθρωποι είναι (ή έγιναν) αυτοί που
είδαν τους Dream Syndicate με τους Last Drive το 1983 και με τους Jaywalkers το 1988, οι λίγες
δεκάδες που είδαμε τον Steve
στο Tiki πριν δυο
χρόνια και οι πάρα πολλοί και καλοί που αξιωθήκαμε να τους δούμε και να τους
ακούσουμε χθες (και προχθές στη Θεσσαλονίκη, προφανώς).
#2 Δεν είναι κάθε
μέρα που αξιώνεσαι να ζήσεις το όνειρό σου, να δεις τους παιδικούς (έστω,
εφηβικούς) σου ήρωες ζωντανά. Να τους δεις όχι σε ξεπούλημα ή μνημόσυνο, όχι να
παίζουν διεκπεραιωτικά σαν κουρέλια, κουρασμένα παλικάρια που μαζεύουν ένσημα.
Να τους δεις ζωντανούς, επίκαιρους, κατεπείγοντες. Εδώ και τώρα. Και να παίζουν
δύο από τους πιο αγαπημένους δίσκους, το Days
Of Wine And Roses και το εξίσου υπέροχο Medicine Show, με νέα δύναμη και ατελείωτη εμπειρία, για πάνω από δύο
ώρες.
#3 Συζητιέται αν οι Dream Syndicate ήταν καλύτεροι ή αν
θα μπορούσαν να γίνουν μεγαλύτεροι π.χ. από τους R.E.M. Στ’ αλήθεια δεν με νοιάζει, δεν ξέρω καν αν έχει νόημα
αυτή η κουβέντα. Για μένα οι Syndicate ήρθαν και έσωσαν το
ροκ, ήρθαν μετά το πανκ και εν γνώσει αυτού για να δείξουν ότι υπάρχει
πάντα χώρος για κιθάρες, ενέργεια και (ιδίως από το Medicine Show και μετά, και σε όλη
την καριέρα του Wynn), ροκ ιστορίες.
Οι Syndicate είναι, πέρα
από τις ανόητες ετικέτες των κριτικών για το Paisley Underground, μια μεγάλη αμερικάνικη μπάντα.
Παίρνουν τον Dylan και τους Crazy Horse (ή ακόμη και τους Creedence), τους
φιλτράρουν μέσα από τους Velvets και στους
φέρνουν κατά πρόσωπο, με άπειρη ενέργεια και πανκ «ερασιτεχνισμό» χωρίς ρετρό
ενδοιασμούς.
#4 Πολλοί σκεφτήκαμε
την Kendra Smith στο Too Little, Too Late και αρκετοί τον Karl Precoda στο Halloween και το Bullet With My Name OnIt.
Είναι σαφώς αναντικατάστατοι, αλλά το να μείνει κανείς σ’ αυτό θα ήταν αδικία
όχι μόνο για τον Mark
Walton (είναι έτσι κι αλλιώς ο μπασίστας του γκρουπ στους περισσότερους δίσκους
του) αλλά και για τον Jason
Victor (απ' τους Miracle Three, με πέρασμα και από τους Willard
Grant Conspiracy και συμμετοχή και στην tribute συλλογή του Wynn).
#5 Ήταν μια από τις συναυλίες που
καταλαβαίνεις από την αρχή ότι θα είναι ξεχωριστή. Δεν χρειάζεται να πει κανείς
κάτι για τους Last Drive, it is known, ακόμη και η ειδική σχέση
τους με τους Dream Syndicate και τον Paul B. Cutler. Στην παράδοξη εδώ
και πάρα πολλά χρόνια γι’ αυτούς θέση του support
(που λέει ο λόγος), είχαν την ευγένεια και τη διακριτικότητα του καλού
οικοδεσπότη να ζεστάνουν και όχι να κάψουν το κοινό, όσο και αν εύκολα θα το
μπορούσαν. Αντίθετα, μπορεί κανείς να πει πολλά για το κοινό, με οπαδούς από 20
μέχρι 50 (και λίγα λέω), συγκινημένους και έτοιμους να χτυπηθούν με αγάπη στο
ρινγκ.
#6 Στη δισκοθήκη μου υπάρχει ένα ολόκληρο
παρεκκλήσι αφιερωμένο στο μεγάλο δέντρο των Dream Syndicate, από τους προφήτες Suspects και 15 Minutes μέχρι τα singles και bootlegs τους, την τεράστια
μετέπειτα καριέρα του Wynn, σόλο και μη, τους δίσκους των υπολοίπων και των
φίλων τους (εδώ βάζεις από Rain
Parade και Rainy Day μέχρι True West, New Ryders, Three O’Clock,
Bangles και δεν συμμαζεύεται). Από χθες το άγιο πνεύμα το ζωοποιό μέσα σ’ όλους αυτούς τους ήχους και τις εικόνες
θα είναι αυτή η συναυλία. Ευγνωμοσύνη.
...μπορώ να σταθώ για λίγο, χωρίς να κάνω τίποτα άλλο, και να ακούσω τη μουσική; όπως μικρός; να νιώσω; μου επιτρέπεται; Καταιγισμός από μήλα του κήπου της Εδέμ, ώστε να πάψω να απολαμβάνω το μήλο, θεϊκή εκδίκηση. Ή ένα διαβολικό σχέδιο.
...αυτός ο δίσκος ακούγεται απνευστί, δεν είναι συλλογή κομματιών. Είναι μια σουίτα, μία σουίτα που ακούγεται μετά από την πυρηνική καταστροφή. Μόνο που η πυρηνική καταστροφή έχει συντελεστεί εντός, μέσα, στα βάθη της καρδιάς. Always there in our hearts, there is evil that wants out.
...είναι να μην πιαστείς στα βρόχια αυτής της μουσικής. Σε ρουφάει μέσα της, δεν τη ρουφάς εσύ, μην γελιέσαι. Ο Τρόμος - ο Τρόμος της Ομορφιάς - η Ομορφιά του Τρόμου. Η Ομορφιά. Always there in our hearts there is joy that overwhelms.
...τα μήλα της Εδέμ σαπίζουν στο καφάσι, τα αμέτρητα mp3's, mp4's, flacs, avi, dv-rip σαπίζουν στους σκληρούς δίσκους. Όμως υπάρχει αυτή η μουσική που σε υποχρεώνει να σταθείς, να αναπαυτείς εντός της. Σε παγιδεύει. Σε σταματά. Ο μηχανισμός σταματά να δουλεύει. Χαλάς. Η ακινησία. Ο Τρόμος.
...οι Can, οι Popol-Vuh, οι Radiohead, το παράδειγμα των Radiohead, Kid-A. Θόρυβος και μελωδία συνυφαίνουν τη μουσική. Μουσική-πλέγμα. Κινούμενη άμμος.
...γιατί αυτός ο δίσκος δεν μπορεί να είναι πολύ καλός, μέτριος, εξαιρετικός ή οτιδήποτε. Αυτός ο δίσκος είτε είναι για σένα είτε δεν είναι. Χωρίς σχόλια. Είτε αναγνωρίζεις τον εαυτό σου στη μοναχική φιγούρα του εξωφύλλου είτε όχι. Μην προσπαθείς άδικα. You're not alone, you are alone.
...γιατί κάποιοι κάνουν μουσική για το μετά, γιατί κάποιοι είναι πάντα μετά, γιατί κάποια πράγματα επιβιώνουν της πυρηνικής καταστροφής. Η Ομορφιά - ο Τρόμος.
Νιώθεις μια κάποια ικανοποίηση όταν το άλογο στο οποίο έχεις ποντάρει τα χρήματά σου τερματίζει καμιά πενηνταριά μέτρα μπροστά από τους αντιπάλους του...
Τον περιμέναμε εδώ στο blog αυτόν το δίσκο του Kurt Vile, τον πρώτο του πραγματικά πολύ μεγάλο δίσκο, ξέραμε πως είναι θέμα χρόνου και μόνο να τον κάνει. Στην πραγματικότητα ο Kurt Vile τρέχει μόνος του στην πίστα, χωρίς αντιπάλους: είναι από αυτούς τους πολύ λίγους καλλιτέχνες που οι ίδιοι θέτουν τα στάνταρ, τους κανόνες του παιχνιδιού, ανεπηρέαστοι από ότι συμβαίνει γύρω τους.
Μας το έδωσε να το καταλάβουμε καλά αυτό στο Primavera πριν δύο χρόνια. Εμφανιζόμενος σε ένα από τα μικρά stage του φεστιβάλ -και λόγω της φύσης της μουσικής του - περίμενα ένα κατά βάση ακουστικό live, με μπόλικο λυρισμό και συναίσθημα. Αμ δε! Αυτό που ζήσαμε ήταν 3(!) ηλεκτρικές κιθάρες και ντραμς, χωρίς μπάσο, και θορυβώδεις, χεβυμεταλλάδικες εκδοχές των τραγουδιών του
To ίδιο πνεύμα περιφρόνησης του παραδεδομένου και του παραδεκτού χαρακτηρίζει τον τελευταίο του δίσκο Wakin On A Pretty Daze. Όταν όλες οι indie μπάντες στρέφονται σωρηδόν στα 60's, στα 70's, ακόμη και στα 90's, o φίλος μας από εδώ ανασκαλεύει το αμερικάνικο mainstream-rock των 80's. Πρόκειται δηλαδή για έναν "εμπορικό" δίσκο; Δύσκολο, αν αναλογιστεί κανείς πως 4 από τις συνθέσεις είναι από 8 λεπτά και πάνω.
Στην πραγματικότητα αυτό το σκόπιμο 80's περιτύλιγμα (όσον αφορά στην ""καθαρή" παραγωγή και τις παλιομοδίτικες ενορχηστρώσεις) είναι και το μεγάλο κερδισμένο στοίχημα του δίσκου: αφήνεται έτσι να φανεί με διαυγή τρόπο ο πλούτος των μελωδιών του Vile, οι εξαιρετικοί στίχοι του και φυσικά - και πάνω απ'όλα - η φωνή του: 50% αγνό, αγγελικό συναίσθημα και 50% σαρκασμός και ειρωνεία.
Και πράγματι όταν έχεις τα τραγούδια δεν χρειάζεσαι ούτε πόζα, ούτε κόλπα, ούτε μαγκιά για να τα αναδείξεις. Δεν φοβάσαι τίποτα. Το αριστουργηματικό, εναρκτήριο Wakin on a Pretty Day λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά, είτε με τις ενορχηστρώσεις του δίσκου, είτε με 3 ηλεκτρικές κιθάρες είτε μόνο με μια ακουστική κιθάρα και φωνή όπως φαίνεται από την παρακάτω εκτέλεση
Ο Kurt Vile έχει τα τραγούδια, το ένα καλύτερο από το άλλο. Τα υπόλοιπα τα παίρνει ο άνεμος και τα σκορπίζει. Δέκα με τόνο.
Δεν
είναι όλες οι εγγραφές στο ληξιαρχείο μας για θλίψη και περισυλλογή. Μετά τον JasonMolina, πρόσφατα χάσαμε και μιαν άλλη μεγάλη
καλλιτέχνιδα, μια αληθινή ιέρεια του πανκ, η οποία υπήρξε αληθινή μούσα για την
μουσική στα 80’s, εμπνέοντας δεκάδες καλλιτέχνες (από τους Exploited μέχρι τους Dub
Syndicate) και κάνοντας όλο τον κόσμο να ασχολείται μαζί της (από τους οπαδούς
της Λίβερπουλ μέχρι τους πλανόδιους μουσικούς στο Μπέλφαστ).
Μιλάω,
φυσικά, για την Μαργαρίτα Ρόμπερτς. Επειδή γράφτηκαν και ακούστηκαν ένα σωρό ψέματα
και, το χειρότερο, μισές αλήθειες γι’ αυτήν τώρα τελευταία, είναι καιρός να
αποκαλύψω, μόνο σε σας, όσα μου εκμυστηρεύθηκε ένα βροχερό απόγευμα στο Λονδίνο
κάπου στα μέσα των 90s.
Αρκετοί
ξέρουν π.χ. ότι ξεκίνησε την καριέρα της ως χημικός, λίγοι όμως γνωρίζουν για τους
προσωπικούς της πειραματισμούς επί σειρά δεκαετιών με ψυχότροπα και παραισθησιογόνα.
Το εμφανές τίμημα αυτών των καταχρήσεων ήταν το κλασικό γνωστό σε όλους “zombiestare”:
Το
αφανές αποτέλεσμα όμως, σε συνδυασμό με την μεγάλη και ανομολόγητη αγάπη της
για τον Γκυ Ντεμπόρ και τους Καταστασιακούς, ήταν η απόφασή της – σχέδιο ζωής, να
γίνει το πρώτο και καλύτερο τρολ
στην ιστορία της πολιτικής. Όχι απλά να ανατρέψει το σύστημα από μέσα, αλλά να
το γελοιοποιήσει, να το πάει τόσο πολύ στα άκρα του, να το κάνει καρικατούρα
και σμπαράλια, με κάθε τρόπο και μέσο. Στην απόφασή της αυτή έμεινε σταθερή και
αμετακίνητη. Ήταν σίγουρη ότι θα την καταλάβαιναν αμέσως και το παιχνίδι της θα
σταματούσε εξαρχής, αλλά αυτό δεν συνέβη, κι έτσι η Μαργαρίτα το πήγαινε όλο
και παραπέρα.
Όταν
μπήκε π.χ. στην πολιτική, ψήφισε υπέρ της επαναφοράς της βίτσας στα σχολεία, κι
αμέσως έγινε γνωστή και δημοφιλής. Ως υπουργός παιδείας έκοψε το δωρεάν γάλα
στα σχολεία. Σε απευθείας σύνδεση με την αγγλική μαζοχιστική ψυχή, έπαιζε την
αυστηρή δασκάλα / γκουβερνάντα που δεν θα είχε πρόβλημα να στις βρέξει μέχρι να
βγάλεις αίμα, πάντα με αγάπη και πάντα για το καλό σου.
Με
εγχειρίδια τα βιβλία του Hayek και της Rand, κυρίως όμως το 1984 του Orwell, η Μαργαρίτα ακολουθούσε
τακτικές που έγιναν κλασικές: «διαίρει και βασίλευε» (σαλαμοποίηση), «όλοι
εναντίον όλων», «TINA» (thereisnoalternative) και,
φυσικά, η επίκληση στην «κοινή λογική» και την «φύση των πραγμάτων».
Βήμα
το βήμα, μάχη τη μάχη, τα πονταρίσματα ανέβαιναν, αλλά κανείς δεν έβλεπε την
μπλόφα της και η Μαργαρίτα κέρδιζε το ένα στοίχημα μετά το άλλο. Ο ένας μετά
τον άλλο κλάδο εργαζομένων – απεργών συνθλιβόταν. Την θέση των Εβραίων ως
αποδιοπομπαίων τράγων πήραν οι συνδικαλιστές, οι Ιρλανδοί και οι
σοσιαλ-κομμουνιστές, πάντα στο όνομα της δημοκρατίας.
Δαιμονοποίηση
του αντιπαραγωγικού και τεμπέλη δημοσίου τομέα, ιδιωτικοποιήσεις μέχρι τον
σκληρό πυρήνα του κράτους (πλην στρατού και αστυνομίας), απορρύθμιση στο όνομα
της «ελευθερίας». Διαρκής αναζήτηση του εξωτερικού (οι Ρώσοι, οι Αργεντίνοι, ο IRA, η γραφειοκρατία των
Βρυξελλών) ή εσωτερικού «εχθρού» που πρέπει να συνθλιβεί (μέχρι τον επόμενο)
για να σωθούμε (αθάνατε CarlSchmitt!). Και
εντωμεταξύ τα κεφάλια μέσα.
Ως
αυθεντική πανκ, ακολουθούσε σταθερά την πρόκληση ως αυτοσκοπό, δοκιμάζοντας τα
όρια τα δικά της και των άλλων. Συνέθλιψε τους ανθρακωρύχους κλείνοντας ακόμη
και κερδοφόρα ορυχεία, άφησε τους απεργούς πείνας του IRAνα πεθάνουν
διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες κράτησής τους, χαριεντιζόταν με τους
δικτάτορες και τους (ισχυρούς) παρίες όλου του κόσμου χωρίς να κάνει διακρίσεις (με
ξεχωριστά αισθήματα για τον Πινοσέτ και τον Μπόθα του απαρτχάιντ, ακόμη και ουδετεροφιλία για τον Πολ Ποτ) και της
έβγαιναν όλα.
Το
πόσο μοναδική ήταν στις περφόρμανς αυτές φάνηκε και κατά την αποχώρησή της,
όταν ο τόσο λίγος και θλιβερός Majorπου την διαδέχτηκε προσπάθησε να την μιμηθεί και, φυσικά, έσκασε
σαν κακοπαιγμένη φάρσα. Αυτοί που έπιασαν το νόημα, αντίθετα, ήταν η νέα γενιά «εκσυγχρονιστών»
ηθοποιών των 90s, αυτοί που την κατήγγειλαν κατ’ όνομα για να την ακολουθήσουν πιστά
στην πράξη. Αυτοί, ωστόσο, αργούν ακόμη πολύ να πεθάνουν, οπότε τους αφήνουμε
ήσυχους για την ώρα.
Επειδή
είμαστε (και) μουσικό μπλογκ, σταματάω εδώ τις αποκαλύψεις. Μαργαρίτα, σε
ευχαριστούμε για τα τραγούδια (μόνο).
ΥΓ:
Δεν είμαι από αυτούς που θα γιορτάσουν τον θάνατο (σχεδόν) οποιουδήποτε
συνανθρώπου. Οι περισσότεροι από εμάς είμαστε σε κάποιο βαθμό κομιστές του
θατσερισμού, ο οποίος, ως σύμπτωμα και νόσος, χαρακτηρίζεται πάνω από όλα από
την συνειδητή και δογματική αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών μας και τον
πόνο που μπορεί να προκαλέσουν, με επίκληση, ειλικρινή ή προσχηματική, μιας
μεταφυσικής πίστης σε κάποια υπερβατική δικαιοσύνη και δικαίωση («θα πονέσει αλλά θα σας σώσει» / «είμαστε
οι καλοί μαθητές και μας ζηλεύουν»). Αν αυτό μπορούσε να πεθάνει, θα έσερνα
πρώτος τον χορό...
Κατά τα φαινόμενα
έχω αναλάβει και τον άχαρο ρόλο της ενημέρωσης του ληξιαρχείου της στήλης – τέλος
πάντων, ο μισθός να πέφτει... Πρόσφατα λοιπόν «έφυγε», «κοιμήθηκε», αλλά, κυρίως,
αναπαύθηκε, στα 39 του χρόνια, ο JasonMolina.
Οι περιπέτειές του
με το αλκοόλ, η κακή κατάσταση της υγείας του και η ακόμη χειρότερη κατάσταση
του συστήματος υγείας στις Η.Π.Α. (μέχρι το θάνατό του δεχόταν δωρεές στο paypalγια να αποπληρώσει
μέρος των χρεών του στα νοσοκομεία) είχαν προδιαγράψει μια ζωή και μια τέχνη με
δυσκολίες και πόνο.
Από τα τέλη του 2009 είχε σταματήσει τις συναυλίες και,
ουσιαστικά, και τις ηχογραφήσεις, περιοδεύοντας αντ’ αυτού σε διάφορα rehabs.
Στο τελευταίο του
δημόσιο μήνυμα,
τον Μάιο του 2012, εξηγούσε ότι ζορίζεται αλλά αντέχει. Δυστυχώς, όχιόσοθαθέλαμε.
Το εξαιρετικό Daytrotter Session του 2009
είναι απόλυτα ενδεικτικό όχι μόνο των δικών του ικανοτήτων, αλλά και της
μπάντας που τον συνόδευε. Αν μερικές φορές ακουγόταν σπαρακτικός ή αποκομμένος,
στα όρια της κατατονίας (χωρίς να χάνει την ομορφιά που μετουσιώνει το προσωπικό
βίωμα και το κάνει προσβάσιμο), στην πορεία του ως Songs: Ohia και Magnolia
Electric Co. ξόρκισε αρκετά φαντάσματα, βούτηξε χωρίς τύψεις στον μεγάλο ωκεανό
της αμερικάνικης μουσικής παράδοσης και ξαναγεννήθηκε σ’ αυτόν, διατηρώντας
πάντα μια σπουδαία και χαρακτηριστική φωνή.
Όσοι αγαπήσαμε τη δουλειά
του, χάνουμε μετά τους ElliottSmithκαι VicChesnuttέναν ακόμη μεγάλο τραγουδιστή και τραγουδοποιό.
Hold on, Magnolia, to that great
highway moon
No one has to be that strong
But if you’re stubborn like me
I know what you’re trying to be
Hold on, Magnolia, I hear that station bell ring
You might be holding the last light I see
Before the dark finally gets a hold of me
Hold on, Magnolia, I know what a true friend you’ve been
In my life I have had my doubts
But tonight I think I’ve worked it out with all of them
Hold on, Magnolia, to the thunder and the rain
To the lightning that has just signed my name to the bottom line
Hold on, Magnolia, I hear that lonesome whistle whine
Hold on, Magnolia, I think its almost time
Όπως καταλαβαίνετε και από το απολαυστικό ποστ του enzian για την συναυλία των men, ο freakastaire, CEO και γενικός δερβέναγας του blog ξεμπλόκαρε τους λογαριασμούς του στην Κύπρο, είδαμε το χρώμα του χρήματος και έτσι έληξε η επίσχεση εργασίας μας. Ακολουθεί ορυμαγδός από ποστ, φυλαχθείτε...
Αν ένας παρανοϊκός πορτιέρης στο Gagarin απαγόρευε την είσοδο σε μελανειμονούντες, ριμελοφόρους, θαμώνες κομμωτηρίων, διχτυφορούσες, καροπουκαμισάδες και υποψήφιους bloggers / μουσικούς, οι soft moon μάλλον θα έπαιζαν χωρίς κοινό. Αυτό δεν συνέβη, και ο χώρος γέμισε.
Στην συναυλία πήγα μόνος, και αυτό μου επέτρεψε να εκτιμήσω ψύχραιμα τόσο τους soft moon όσο και τις ευάριθμες, συχνά ευειδείς και σπάνια ασυνόδευτες θαυμάστριές τους.
Επειδή δεν είναι καθόλου αυτονόητο (βλ. την συναυλία των Men), να πούμε ότι ο φωτισμός και ο ήχος ήταν εξαιρετικοί, ενώ η ίδια η μπάντα ήταν πιο ανθρώπινη και ζεστή από αυτό που περίμενα, και συγχρόνως πολύ κοντά στον ήχο που βγάζει στο studio.
Είναι βέβαιο ότι δεν είναι οι Joy Division ή οι Bauhaus, αλλά αυτό σε μένα τουλάχιστον δεν λέει κάτι. Έχουν σωστές επιρροές και τις πηγαίνουν ένα - δύο βήματα πιο πέρα (π.χ. στα κρουστά), δίνοντας ψύχος και σκότος στο εδώ και τώρα. Όπως είχε γίνει και με τους Horrors μερικά χρόνια πριν, ήρθαν στη σωστή στιγμή / τιμή, οπότε όλα καλά. Άντε και τους Tropic of Cancer σε double bill με την Chelsea Wolfe τώρα...
To blog παρέστη σχεδόν σύσσωμο - τέλος πάντων, οι δύο απλήρωτοι βλάκες που συνήθως γράφουν σε αυτό - στη συναυλία των Men στο ένδοξο AN club των ένδοξων Εξαρχείων. Άλλη μια σφραγίδα-μπαστούνι στη γροθιά, όμως και οι Men τα βρήκαν τελικά μπαστούνια. Για να μην παρεξηγούμαστε: πρόκειται για μια πολύ συμπαθητική μπάντα, με εξαιρετική αίσθηση της αμερικανικής παράδοσης του rock'n'roll. Μπορούν να ροκάρουν, μπορούν να βαβουριάσουν, μπορούν να φλερτάρουν με το mainstream, μπορούν και να στραφούν προς americana μεριά. Στον πολύ καλό φετινό τους δίσκο New Moon το εναρκτήριο Open the Door ή το Bird Song θυμίζουν έντονα The Band, ενώ οι φυσαρμόνικες και οι slide κιθάρες δίνουν και παίρνουν:
Δυστυχώς η συναυλία τους ήταν μια σκέτη απογοήτευση. Αιτία: ο ελεεινός ήχος. Τα φωνητικά δεν ακούγονταν ΚΑΘΟΛΟΥ, ανεξάρτητα του ποιος τραγουδούσε, οι δε κιθάρες ήταν τόσο άνισα καταμερισμένες που ενώ σόλαρε με ότι είχε και δεν είχε ο δεξιός εξτρέμ εμείς ακούγαμε σε φουλ ένταση τα ακόρντα του αριστερού μπακ-χαφ. Φανερό πως και οι ίδιοι την είχαν μυριστεί τη δουλειά, μιας και από το δεύτερο κομμάτι ο δεξιός εξτρέμ αναρωτήθηκε αν ακούγεται καθόλου - και η όλη φάση πρέπει να τους ξενέρωσε.
Γύρω στο 8ο κομμάτι δεν άντεξα και κατευθύνθηκα στον ηχολήπτη, ένα συμπαθέστατο, μακρυμάλλικο αγόρι που μου θύμισε τον Tobey Maguire στο Fear and Loathing in Las Vegas.
Δεν ξέρω τι ναρκωτικά είχε πάρει άλλα όταν του εξήγησα πως οι φωνές δεν ακούγονταν καθόλου πανικοβλήθηκε, λέγοντας "wow, it's superloud in here dude, I didn't have a clue" και με ευχαρίστησε για την υπόδειξή μου. Πράγματι ανέβασε τον ήχο στα φωνητικά ώστε να αποτελούν μέρος των συχνοτήτων που μπορεί να αντιληφθεί το ανθρώπινο αυτί, ήταν όμως πια αργά: 3-4 τραγούδια παίξαν ακόμη.
Τέλος πάντων, κρίμα, δείχνει πόση ζημιά μπορεί να γίνει όταν ο λάθος άνθρωπος βρεθεί στη λάθος θέση. Η βραδιά τελείωσε με μπίρες στην πλατεία και πολιτικές συζητήσεις με τον ipchrist. Άλλη μια ισοπαλία δηλαδή.
Πήγα πριν κάμποσες μέρες στη συναυλία των Blackmail στο ΑΝ, αλλά μιας και αυτοί παίζουν live μια φορά τα 10 χρόνια είπα και εγώ να καθυστερήσω τη σχετική ανάρτησή μου...
Η συναυλία ήταν εξαιρετική και ανέδειξε άψογα τον πλούτο (δεν ξέρω ποια άλλη λέξη να χρησιμοποιήσω) της τελευταίας τους δουλειάς, The Gift. Η τσελίστρια μπορεί να καταποντίστηκε από τον ηλεκτρικό ορυμαγδό των υπόλοιπων οργάνων, όμως ο έξτρα μουσικός στα κρουστά έδωσε ένα παγανιστικό χρώμα στη μουσική που σίγουρα ταίριαζε.
Και επειδή αν δεν τα πούμε εμείς δεν ξέρω ποιος θα τα πει, πόσο σπουδαίος δίσκος είναι αυτό το Gift; Όμως πόσο; Ακούγοντάς το για πρώτη φορά διαπίστωσα την απόλυτη αδυναμία μου να κατατάξω τη μουσική του σε κάποιο από τα γνωστά παρακλάδια του ροκ. Πολλά ακούσματα αργότερα, η αδυναμία μου αυτή απλά επιδεινώθηκε. Τι στο διάολο παίζουν; Indie; Ψυχεδέλεια; Κλασικό Ροκ; Μέταλ; Post Punk; Τσάμικα;
Εδώ δεν μιλάμε για απλό συγκερασμό μουσικών επιρροών αλλά για μια δεξιοτεχνική απόκρυψη κάθε μουσικής επιρροής (μου έρχεται συνειρμικά στο νου ο David Bowie, ο τρόπος που ενσωματώνει μουσικά δάνεια στο έργο του, αφανίζοντας την προέλευσή τους). Όχι μόνο κάθε κομμάτι είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα αλλά ακόμα και στο ίδιο κομμάτι ακούς στοιχεία τόσο διαφορετικά μεταξύ τους που θα στοιχημάτιζες πως δεν μπορούν να συνυπάρξουν: στο Devil's Toy για παράδειγμα, ένα λυρικό κιθαριστικό θέμα το διαδέχεται ένα τζαζ/προγκ τζαμάρισμα με φωνητικά αλά Beach Boys προτού μπει ένα ανατολίτικο θέμα βγαλμένο λες από το Vol4 των Black Sabbath. Μουσική για τροφίμους ασύλων; Όχι, ένα τέλειο αριστούργημα.
Και οι εκπλήξεις δεν σταματούν πουθενά: Ακούς τρομπόνια με βυζαντινά μουρμουρητά, slide κιθάρες συνοδευόμενες από βιολιά, jazz ηλεκτρικά πιάνα και hammond organs, ακούς σπαραξικάρδιες μπαλάντες, επικά ινστρουμένταλ, ακούς βαριά αυθεντικά riffs. Ναι, κιθαριστικά riffs, η ουσία της ροκ μουσικής, όπως το κολοσσιαίο riff του Death Ray που σε γυρίζει πίσω καμιά 20αρια χρόνια και σε κάνει πάλι έφηβο, να χτυπιέσαι στο πάτωμα σαν χταπόδι: τύφλα να έχει το Kashmir των Zeppelin!
Εδώ είναι όλα, και όλα ταιριάζουν, και όλα έρχονται από μέσα. Που - κακά τα ψέματα - είναι το ζητούμενο. Γιατι - κακά τα ψέματα - η ροκ μουσική έχει γίνει πια ένα αναμάσημα, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένο, αλλά πάντως αναμάσημα, μελωδίες που έχεις ξανακούσει, ενορχηστρώσεις που κάτι σου θυμίζουν, τα ίδια και τα ίδια. Το καινούριο απουσιάζει - προφανώς γιατί το καινούριο έρχεται πάντα από μέσα. Εμπρός ρε 20χρονα! Μην αφήνετε τους πενηντάρηδες να σας βάζουν έτσι τα γυαλιά!
Άλμπουμ οφ δε γίαρ για μένα. Όσο για τους BLML, παράκληση να σας βλέπουμε και να σας ακούμε συχνότερα - σας χρειαζόμαστε.
Όπως καταλάβατε και από το ποστ του Enzian για τους Hawkwind, ο ΔΟΦ, ο δημοσιοκαφρικός οργασμός focanegra δεν λέει όχι στις "χορηγίες", ειδικά από αυτοκινητοβιομηχανίες:
Πέρα από την πλάκα, μπορεί άραγε να μιλήσει κανείς για τον Nick Drake χωρίς να
χρησιμοποιήσει τις λέξεις «ομορφιά», «μελαγχολία», «χάρισμα», «απώλεια» και
«αυτοκτονία;» (πάντα με ερωτηματικό); Στο συνήθως θολωμένο μυαλό μου ο Drake είναι ένας ιδανικός,
καβαφικός νέος που σταμάτησε στα ΚΣΤ΄ του χρόνια. Τα βιβλία της τέχνης είναι
σίγουρα γεμάτα με πρόωρες απώλειες νέων με ταλέντο, ανθρώπων που πάντα θα σε
κάνουν να ταλαντεύεσαι ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη για όσα πρόλαβαν και στην όλο
θλίψη απορία γι’ αυτά που δεν...
Ο Drake,
λοιπόν, πρόλαβε να κυκλοφορήσει τρεις δίσκους μεταξύ 1968 και 1972, 31
τραγούδια όλα κι όλα, και ούτε ένα κακό ή μέτριο μέσα σ’ αυτά. Αν από επαγγελματική διαστροφή ήθελε
κανείς να τον αναλύσει, θα εύρισκε ότι ήταν πρωτότυπος κιθαρίστας, με ιδιαίτερα
κουρδίσματα και παίξιμο (μου θυμίζει λίγο τον Bert Jansch), καλός συνθέτης, καλύτερος στιχουργός – ποιητής για την ακρίβεια, μετριάζοντας τον
εφηβικό του ρομαντισμό και λυρισμό με έναν ψύχραιμο αυτοσαρκασμό χωρίς
απελπισία. Συγχρόνως, ήταν άριστος ερμηνευτής των τραγουδιών του με μια
πανέμορφη φωνή – ένας αρχετυπικός singer-songwriter. Στους δύο
πρώτους δίσκους του (Five Leaves Left το 1969 και Bryter Later το 1970) ευτύχησε να
έχει εξαιρετικούς συνεργάτες, ανθρώπους που κατάλαβαν αμέσως το ταλέντο του και
τον βοήθησαν, ο καθένας από τη θέση του: ο Joe Boyd στην παραγωγή, οι μισοί Fairport Convention ως session μουσικοί, ο John
Cale (στο Bryter Later) και,
ασφαλώς, ο Robert Kirby στις τόσο
χαρακτηριστικές ενορχηστρώσεις.
Το κοινό, αντίθετα, δεν κατάλαβε τίποτε.
Οι αριστουργηματικοί και συγχρόνως τόσο προσιτοί, κυριολεκτικά κλασικοί δύο
πρώτοι δίσκοι του πέρασαν απαρατήρητοι και δεν πούλησαν καθόλου. Στις ελάχιστες
συναυλίες που άντεξε να δώσει, ο κόσμος προτιμούσε να πίνει και να μιλάει από
το να προσέξει άλλον έναν ευαίσθητο νεαρό... Οι περισσότεροι θα τα παρατούσαν κάπου
εδώ. Ο Drake αποτραβήχτηκε
κι άλλο στον εαυτό του. Το 1972 ηχογράφησε μέσα σε δύο μέρες τον τρίτο του
δίσκο, το Pink Moon, κατά βάση
μόνο με τη φωνή και την κιθάρα του (εξαίρεση το συγκλονιστικό πιάνο στο ομώνυμο
τραγούδι). Μέσα σε λιγότερο από 29 λεπτά (πολύ πριν το Reign In Blood των Slayer)δημιουργεί ένα κλειστό
και ρευστό σύμπαν. Θυμάται ότι έχει δει την ομορφιά (Pink Moon, From The Morning), αλλά είναι ήδη
αργά, έχει πλέον αμετάκλητο παρελθόν, δεν είναι πια για εδώ, ετοιμάζεται να
αποσυρθεί (Place To Be, Parasite)
Know
that I love you
Know
I don’t care
Know
that I see you
Know
I’m not there
Τον Φεβρουάριο του 1974, την χρονιά του
θανάτου του, όταν είχαν όλα πια χαθεί, τουλάχιστον ως προς τη μουσική,
ηχογράφησε τα τέσσερα τελευταία του τραγούδια, και ανάμεσα σε αυτά ένα που με
στοιχειώνει από την πρώτη φορά που το άκουσα.
Με την φωνή του μόλις να βγαίνει, με
την κιθάρα του να κρατάει το ίσο, τραγουδάει: A
black-eyed dog he called at my door
A
black-eyed dog he called for more
A
black-eyed dog he knew my name
[…]
I’m
growing old and I wanna go home
I’m
growing old and I don’t wanna know
I’m
growing old and I wanna go home
Και για να το κλείσουμε, ο Drake ποτέ δεν υπήρξε
πεισιθάνατος, ούτε άφησε την κατάθλιψη ή τα φάρμακά του να αλλοιώσουν την τέχνη του. Μαζί με
το σκοτεινό Black-Eyed Dog με έχει
σημαδέψει και με ένα από τα πιο όμορφα και αισιόδοξα-μέσα-στο-σκοτάδι τραγούδια
που έχω ακούσει σε αυτόν τον παράδοξο κόσμο, το Northern Sky: