Το ΚΣΤ'


Όπως καταλάβατε και από το ποστ του Enzian για τους Hawkwind, ο ΔΟΦ, ο δημοσιοκαφρικός οργασμός focanegra δεν λέει όχι στις "χορηγίες", ειδικά από αυτοκινητοβιομηχανίες:


Πέρα από την πλάκα, μπορεί άραγε να μιλήσει κανείς για τον Nick Drake χωρίς να χρησιμοποιήσει τις λέξεις «ομορφιά», «μελαγχολία», «χάρισμα», «απώλεια» και «αυτοκτονία;» (πάντα με ερωτηματικό); Στο συνήθως θολωμένο μυαλό μου ο Drake είναι ένας ιδανικός, καβαφικός νέος που σταμάτησε στα ΚΣΤ΄ του χρόνια. Τα βιβλία της τέχνης είναι σίγουρα γεμάτα με πρόωρες απώλειες νέων με ταλέντο, ανθρώπων που πάντα θα σε κάνουν να ταλαντεύεσαι ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη για όσα πρόλαβαν και στην όλο θλίψη απορία γι’ αυτά που δεν...


Ο Drake, λοιπόν, πρόλαβε να κυκλοφορήσει τρεις δίσκους μεταξύ 1968 και 1972, 31 τραγούδια όλα κι όλα, και ούτε ένα κακό ή μέτριο μέσα σ’ αυτά. Αν από επαγγελματική διαστροφή ήθελε κανείς να τον αναλύσει, θα εύρισκε ότι ήταν πρωτότυπος κιθαρίστας, με ιδιαίτερα κουρδίσματα και παίξιμο (μου θυμίζει λίγο τον Bert Jansch), καλός συνθέτης, καλύτερος στιχουργόςποιητής για την ακρίβεια, μετριάζοντας τον εφηβικό του ρομαντισμό και λυρισμό με έναν ψύχραιμο αυτοσαρκασμό χωρίς απελπισία. Συγχρόνως, ήταν άριστος ερμηνευτής των τραγουδιών του με μια πανέμορφη φωνή – ένας αρχετυπικός singer-songwriter. Στους δύο πρώτους δίσκους του (Five Leaves Left το 1969 και Bryter Later το 1970) ευτύχησε να έχει εξαιρετικούς συνεργάτες, ανθρώπους που κατάλαβαν αμέσως το ταλέντο του και τον βοήθησαν, ο καθένας από τη θέση του: ο Joe Boyd στην παραγωγή, οι μισοί Fairport Convention ως session μουσικοί, ο John Cale (στο Bryter Later) και, ασφαλώς, ο Robert Kirby στις τόσο χαρακτηριστικές ενορχηστρώσεις.


Το κοινό, αντίθετα, δεν κατάλαβε τίποτε. Οι αριστουργηματικοί και συγχρόνως τόσο προσιτοί, κυριολεκτικά κλασικοί δύο πρώτοι δίσκοι του πέρασαν απαρατήρητοι και δεν πούλησαν καθόλου. Στις ελάχιστες συναυλίες που άντεξε να δώσει, ο κόσμος προτιμούσε να πίνει και να μιλάει από το να προσέξει άλλον έναν ευαίσθητο νεαρό... Οι περισσότεροι θα τα παρατούσαν κάπου εδώ. Ο Drake αποτραβήχτηκε κι άλλο στον εαυτό του. Το 1972 ηχογράφησε μέσα σε δύο μέρες τον τρίτο του δίσκο, το Pink Moon, κατά βάση μόνο με τη φωνή και την κιθάρα του (εξαίρεση το συγκλονιστικό πιάνο στο ομώνυμο τραγούδι). Μέσα σε λιγότερο από 29 λεπτά (πολύ πριν το Reign In Blood των Slayer) δημιουργεί ένα κλειστό και ρευστό σύμπαν. Θυμάται ότι έχει δει την ομορφιά (Pink Moon, From The Morning), αλλά είναι ήδη αργά, έχει πλέον αμετάκλητο παρελθόν, δεν είναι πια για εδώ, ετοιμάζεται να αποσυρθεί (Place To Be, Parasite)
Know that I love you
Know I don’t care
Know that I see you
Know I’m not there

Τον Φεβρουάριο του 1974, την χρονιά του θανάτου του, όταν είχαν όλα πια χαθεί, τουλάχιστον ως προς τη μουσική, ηχογράφησε τα τέσσερα τελευταία του τραγούδια, και ανάμεσα σε αυτά ένα που με στοιχειώνει από την πρώτη φορά που το άκουσα.
Με την φωνή του μόλις να βγαίνει, με την κιθάρα του να κρατάει το ίσο, τραγουδάει:
A black-eyed dog he called at my door
A black-eyed dog he called for more
A black-eyed dog he knew my name
[…]
I’m growing old and I wanna go home
I’m growing old and I don’t wanna know
I’m growing old and I wanna go home


Και για να το κλείσουμε, ο Drake ποτέ δεν υπήρξε πεισιθάνατος, ούτε άφησε την κατάθλιψη ή τα φάρμακά του να  αλλοιώσουν την τέχνη του. Μαζί με το σκοτεινό Black-Eyed Dog με έχει σημαδέψει και με ένα από τα πιο όμορφα και αισιόδοξα-μέσα-στο-σκοτάδι τραγούδια που έχω ακούσει σε αυτόν τον παράδοξο κόσμο, το Northern Sky:


I never felt magic crazy as this
I never saw moons knew the meaning of the sea
I never held emotion in the palm of my hand
Or never felt sweet breezes in the top of a tree
But now you’re here
Brighten my northern sky

I’ve been a long time that I’m waiting
Been a long time that I’m blown
I’ve been a long time that I’ve wandered
Through the people I have known
Oh, if you would and you could
Straighten my new mind’s eye.
ipchrist

Πυραμίδες

Ξέρω ότι μάλλον μπαίνω σε ξένα χωράφια, όμως το συγκρότημα και ο δίσκος που προτίθεμαι να παρουσιάσω είναι απαραίτητο άκουσμα για τους φίλους της afro-jazz - και όχι μόνο για αυτούς.

Το συγκρότημα λέγεται The Pyramids. Πίσω στη δεκαετία του '70 είχαν κυκλοφορήσει 3 σπουδαίους πειραματικούς δίσκους space-jazz με αφρικάνικα στοιχεία, στα χνάρια των Sun Ra Arkestra και Art Ensemble Chicago. Οι δίσκοι αυτοί τυπώθηκαν ιδίοις χρήμασι και σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα (αν στην δισκοθήκη του διανοούμενου μπαμπά σας ανακαλύψετε κάποιο αντίτυπο τους σας έχω καλά νέα: είστε πλούσιοι!).















Οι τύποι είναι σαφές ότι δεν αστειεύονται: από τα βάθη του εξωτικού Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής μετανάστευσαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις χώρες της Αφρικής, όπου συγκέντρωσαν μουσικό και πνευματικό υλικό που καθόρισε τον ήχο τους. Η μουσική τους υπήρξε πρωτίστως όχημα ακαταπόνητων πειραματισμών και μυστικιστικών αναζητήσεων και ως τέτοιο την αντιλαμβάνονταν οι Pyramids. Όχι ως καλλιτεχνία για να περνάει η ώρα ευχάριστα, αλλά ως βίωμα που αλλοιώνει συνειδήσεις



Δυστυχώς αυτή η φανταστική γκρουπάρα έμεινε εντελώς στην αφάνεια και εγκατέλειψε την ενεργό δράση ήδη από τη δεκαετία του '70. Ευτυχώς όχι μόνο οι δίσκοι τους επανακυκλοφόρησαν πρόσφατα, καθιστώντας τους επιτέλους προσιτούς στο ευρύ κοινό, αλλά και οι ίδιοι επέστρεψαν στην μουσική παραγωγή 36 ολόκληρα χρόνια μετά τον τελευταίο τους δίσκο! Το Otherwordly είναι απλά ένα από τα δυναμικότερα come-back των τελευταίων ετών. Ο ήχος είναι σίγουρα πιο "λουστραρισμένος" και οι συνθέσεις πιο μαζεμένες και κάπως πιο συμβατικές: μόνο όμως για τα δεδομένα των Pyramids. Ανάμεσα στις πιο καθαρόαιμες afro-jazz συνθέσεις που αποτελούν τον κορμό του άλμπουμ (Memory Ritual, Nebulosity, Absolution) ετοιμαστείτε για διάφορες εκπλήξεις που δείχνουν ότι οι Pyramids εξακολουθούν στα 60 τους να δοκιμάζουν, να πειραματίζονται, να αναζητούν. Φωτεινό παράδειγμα για όλους μας.

Round Midnight


Round   Midnight                      #moviekillers     

Πέρασε η εορταστική περίοδος, πάει κ ο παλιο(ς)χρόνος καί αφού
πρώτα σας ευχηθώ καλή χρονιά να πώ ότι εσκεμμένα καθυστέρησα αυτή την ανάρτηση μιάς καί δεν ήθελα να συνδεθεί με τα Χριστούγεννα. Το λέω γιατί κάποιοι θεωρούν την  Jazz κάπως "Χριστουγεννιάτικη" μουσική, μάλλον γιατί θεωρούν  τόν Frank Sinatra jazz αλλά όση σχέση έχει ο Franky με την jazz άλλη τόση έχουν τα Χριστούγεννα με το Πάσχα.  
Ακόμα και αν δέν είσαι λάτρης αυτής τής μουσικής ή Σινεφίλ αξίζει να δείς έστω μία φορά στή ζωή σου το "Round Midnight",
το αριστούργημα του Bertrand Tavernier γυρισμένο το 1986.


Tο καταπληκτικό soundtrack πού ντύνει την ταινία με τήν υπογραφή του Herbie Hancock ο οποίος είναι καί στο cast τών μουσικών πού παρελαύνουν από αυτήν,
κέρδισε το πρώτο βραβείο της ακαδημίας τήν χρονιά εκείνη γιά την καλύτερη μουσική. Επίσης υπήρξε συμπληρωματικό soundtrack που γράφτηκε στά γυρίσματα τής ταινίας από τον σαξοφωνίστα καί πρωταγωνιστή Dexter Gordon με τόν τίτλο "The Other Side Of Round Midnight", ο οποίος εκτός από υποψήφιος για Oscar πρώτου ανδρικού ρόλου (το εχασε απο τον Paul Newman) τιμήθηκε καί με το Grammy στήν κατηγορία "Best Instrumental Jazz Performance". Mουσικός ήταν ο άνθρωπος...όχι ηθοποιός.

Το original jazz standar "Round Midnight" γράφτηκε και πρωτοπαίχτηκε απο τον μεγάλο Thelonious Monk το 1944.
Στήν ταινία τα κομμάτια παίζονται "ζωντανά" από μεγάλα ονόματα της jazz σκηνής και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία πού την κάνει μοναδική.. Herbie Hancock, Freddie Hubbard, Bobby Hutcherson, John McLaughlin, Wayne Shorter, Ron Carter, Tony Williams, Billy Higgins και φυσικά Dexter Gordon  δεν συναντάς κάθε μέρα.




Η ιστορία μάς μεταφέρει στο 1959 καί εκτυλίσσεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο Παρίσι. Ο Gordon υποδύεται έναν σαξοφονίστα πού αφήνει τη Νέα Υόρκη αναζητώντας τον εαυτό του,να ξορκίσει τους δαίμονες του πρίν έρθει το τέλος.
Προβληματικός, αλκοολικός θα βρεί τον φύλακα άγγελο του, έναν νεαρό Γάλλο ονόματι Francis που τον έχει ίνδαλμα καί λατρεύει την μουσική του.Προσπαθεί να τον σώσει αλλά η πορεία του είναι προδιαγεγραμμένη, η λύτρωση πλησιάζει...
Είναι ένα τραγικό πορτραίτο ενός "αληθινού" καλλιτέχη που ζεί μόνο για τήν μουσική, αυτοκαταστροφικός αλλά χαρισματικός.
Ο χρακτήρας μπορεί να είναι φανταστικός αλλά έχει βασιστεί πάνω σε δύο μεγάλες προσωπικότητες της jazz, είναι οί Lester Young καί Bud Powell οί οποίοι επίσης πέρασαν ένα μεγάλο διάστημα τής ζωής τους στο Παρίσι.
Να πούμε εδώ ότι καί ο Gordon (πού "έφυγε" τέσσερα χρόνια μετά τα γυρίσματα) είχε επίσης ζήσει καί δουλέψει στο Παρίσι.

Καταλαβαίνετε ότι η ταινία συνδέεται μέ τήν πραγματικότητα με πολλούς καί διάφορους τρόπους...ένα ακόμα στοιχείο πού τήν κάνει μοναδική. Ακόμα καί ο χαρακτήρας Francis έχει παρθεί από υπαρκτό πρόσωπο.
Αξιομνημόνευτο καί το πέρασμα του Martin Scorsese σε έναν μικρό ρόλο.



Οι αναφορές πάνω στην εξέλιξη της jazz είναι ουσιώδεις καί η ατμόσφαιρα που φτιάχνει ο Tavernier σε καταδύει στά βάθη της ψυχής. Μήπως αυτό δεν είναι η jazz ? Αυτό δεν είναι πού μέ κάνει νά βουρκώνω κάθε φορά ? Ή μήπως είναι η βροχή....


 Ashik            

Σε Αναζήτηση για Διάστημα



Για όσους έχουν δει το πολύ όμορφο spot της Ford για το Β-Max μπορεί να αναρωτιούνται για την μουσική υπόκρουση





Το κομμάτι είναι το Master of the Universe των Βρεταννών Hawkwind από το αριστουργηματικό In Search for Space του 1971. Ακόμη και τα 40 δευτερόλεπτα του clip αρκούν για να δώσουν ένα ικανοποιητικό δείγμα του απίθανου ήχου τους: δολοφονικές κιθάρες-εκδορείς, εξωγήινα συνθεσάιζερς, το απαλό φλάουτο του Nick Turner, όλα είναι εδώ.


Λοιπόν, την επόμενη φορά που θα με ρωτήσουν ποιο είναι το κορυφαίο kraut-rock συγκρότημα θα τους απαντήσω: οι Hawkwind! Ναι, αλλά δεν είναι Γερμανοί θα μου πουν. Και θα απάντησω: ναι αγορίνα μου, αλλά εσύ ψάχνεις στο ίντερνετ να χρυσοπληρώσεις τους Γερμανούς αδερφούς Κατσάμπα της ψυχεδέλειας και δεν έχεις καν ακούσει το In Search for Space. Αν έχεις τα άντερα κάτσε και άκουσε τον 15λεπτο jazz/punk ύμνο που σου παραθέτω και σταμάτα να καις θυμιατά στους Can γιατί υπήρχαν και άλλοι μεγάλοι...





Πέρα από το χαβαλέ, χρειάζονται κατεβατά ολόκληρα για να μιλήσεις για τη μουσική διαδρομή των Hawkwind: μια αχανής δισκογραφία και μια συνεχής διάθεση πειραματισμού και μετεξέλιξης (Αναζήτηση για Διάστημα) τους καθιστούν εξ'ορισμού απρόσιτους και φευγαλέους. Να πεις για τα ανεπανάληπτα live τους; Για τις συνεργασίες τους με τον κορυφαίο fantasy συγγραφέα Michael Moorcock; Για τον Lemmy; Για την επιδρασή τους στο punk κίνημα (μέχρι και οι Sex Pistols τους έχουν διασκευάσει); Για το Hashis-Hashin που προκαλούσε πονηρά χαμόγελα στους έφηβους των 80's;





Από ψυχεδέλεια, metal, prog-rock, space θόρυβο, jazz, punk οι Hawkwind δοκίμασαν και έπαιξαν τα πάντα, διώχνοντας τα πλήθη και κρατώντας τους ελάχιστους ορκισμένους οπαδούς τους. Το Master of the Universe και το In Search for Space είναι μια εξαιρετική αφετηρία για να τους προσεγγίσουμε πάλι και να τους ανακαλύψουμε.




A little Christmas spirit...

Αγαπώ τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια όσο το Νίκο Μιχαλολιάκο και την παρέα του, τις καρφίτσες κάτω από τα νύχια και ένα καλό μπουκάλι καθαρτικό. Αν παρ' όλ' αυτά πρέπει να υποστεί κανείς αυτό το μαρτύριο, υπάρχουν τουλάχιστον δύο καλές προτάσεις:

Η  πρώτη κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από κάποιον που συμμερίζεται την αγάπη μου για τις άγ(ρ)ιες ημέρες των γιορτών. Ο σπουδαίος Mark Lanegan στο ταιριαστά τιτλοφορημένο "Dark Mark Does Christmas 2012" διασκευάζει κάλαντα και τραγούδια χωρίς μάταιες ελπίδες και ψεύτικες χαρές, με στίχους που μιλάνε για την δυσπιστία του Ιωσήφ απέναντι στην εγκυμοσύνη της Μαρίας και το θρήνο της μάνας ενός από τα θύματα του Ηρώδη. 


Με λιτές ή  ανύπαρκτες ενορχηστρώσεις,  ένα σκοτεινό lo-fi / dark folk κλίμα που θυμίζει τον παλιό καλό Prince Billy και μια φωνή που γερνάει σωστά, το μόνο ψεγάδι του EP (το οποίο για την ώρα διατίθεται μόνο στις συναυλίες του Lanegan) είναι η μικρή του διάρκεια. Το κλείνει όμως με τον καλύτερο τρόπο, μια άψογη διασκευή του "Burn The Flames" του Rocky Erickson:
"A little Christmas spirit
Ghostly haunting deadly spirit"


Η  δεύτερη εναλλακτική είναι μια συλλογή της Rykodisc από το 1992 με χριστουγεννιάτικα τραγούδια από την Καραϊβική. Τραγούδια σε αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά και κρεολικά, ρυθμοί reggae, soca, calypso και salsa - η ποικιλία είναι μεγάλη, η ποιότητα υψηλή και οι στίχοι συχνά απολαυστικοί:

Στο "A Party for Santa Claus" ο Lord Nelson απ' το Trinidad λυπάται τον χοντρό τύπο με τα κόκκινα που ταξιδεύει με έλκηθρο και στριμώχνεται στις καμινάδες και προτείνει να του δώσουμε αυτοκίνητο ή ελικόπτερο, να του ανοίγουμε την πόρτα, να του δώσουμε σπίτι στα ζεστά, ρούχα της προκοπής και ένα πάρτυ με γυναίκες και ποτά.

Το "Santa Claus (Do You Ever Come To The Ghetto)" από τη Jamaica είναι ευχερώς αντιληπτό, το ίδιο και το "Deck the halls with loads of Kali / Lick the pipe and let's be irie", επίσης από το μεγάλο νησί. Μουσικά ξεχωρίζω τους σπουδαίους El Gran Combo από το  Puerto Rico, ενώ η αδυναμία μου στιχουργικά είναι το "Noel Pou Yo" (Χριστούγεννα γι' αυτούς) από την Αϊτή: Με δυσδιάκριτα όρια μεταξύ μοιρολατρίας και ειρωνίας, το τραγούδι λέει ότι δεν φταίει ο θεός, είναι η μοίρα αν ζητιανεύουμε, και αν οι πλούσιοι δεν έχουν πολλά οι φτωχοί δεν θα έχουν τίποτε. "Merite pa mande" - "Deserving is not begging"...
    

Ονειρεύομαι ένα καλύτερο παρελθόν...


Φίλες και φίλοι,

Η συντακτική ομάδα (η ποια;) του focanegra αποφάσισε φέτος αντί για best of και λίστες να στολίσει καραβάκι. Μπερδευτήκατε; Κι εμείς. Για την ακρίβεια, δεν την παλεύουμε:

Κυκλοφόρησαν, ας πούμε, πέντε ή δέκα χιλιάδες δίσκοι του ευρύτερου ενδιαφέροντός μας μέσα στο 2012 (είναι πολύ περισσότεροι, χωρίς πλάκα). Κατεβάσαμε ή αγοράσαμε (ωχ...) δύο ή τρεις χιλιάδες από αυτούς και ακούσαμε μια φορά πόσους; Πεντακόσιους; Χίλιους; Με τίποτε. Και το απαραίτητο δεύτερο ή εικοστό άκουσμα για να προσέξεις κάτι ή να αλλάξεις γνώμη; Έτσι, στην πραγματικότητα, δεν ακούσαμε πάνω από 100 ή 200 φετινούς δίσκους ο καθένας και το να πούμε ποιοι είναι οι καλύτεροι από αυτούς μάλλον δεν λέει και πολλά για την «παραγωγή» του 2012. Άσε που κάποια πράγματα σίγουρα θα τα ακούσουν (σχεδόν) όλοι έτσι κι αλλιώς και θα σχηματίσουν γνώμη.

Κρατώντας καλά τα παραπάνω, αυτό που (προσπαθούμε να) κάνουμε όλη τη χρονιά (μαζί με τις καταδύσεις στο παρελθόν) είναι, κυρίως, να ξεχωρίζουμε συγκροτήματα που μας αγγίζουν. Αν μάλιστα δεν είναι ευρύτερα γνωστά, τόσο το καλύτερο, μαζεύουμε και καλό κάρμα.


Λοιπόν, αφού επιμένετε, ο ipchrist ξεχώρισε δέκα «από δω» δίσκους που θα του θυμίζουν για πάντα το 2012 (τυχαία σειρά):
The UFO Club – The UFO Club
Woods – Bend Beyond
Tindersticks – The Something Rain
Baby Guru – Pieces
Allah-Las – Allah-Las
Fresh & Onlys – Long Slow Dance
Drug Free Youth – The Avocado Index
Obnox – Rojo
Group Rhoda – Out Of Time
Cult of Youth – Love Will Prevail


Very honorable mentions (που λέμε και στο χωριό μου):
Mac DeMarco – όλα τα φετινά
ZZ Top – La Futura
Craig Finn – Clear Heart Full Eyes
Giant Giant Sand – Tucson
Grizzly Bear – Shields
Walkmen – Heaven
Angel Olsen – Half Way Home
Jim Noir – Jimmy’s Show
Tame Impala – Lonerism
Nick Waterhouse – Time’s All Gone
The Men – Open Your Heart (κι από κοντά 5-6 δίσκοι της Sacred Bones ακόμη)
Savage Republic – Varvakios
Alabama Shakes – Boys And Girls
Bryan Ferry – The Jazz Age
Patti Smith – Banga


Χωρίς να ομιλώ εξ ονόματός των, νομίζω ότι ο Enzian θα έβαζε μπροστά την Patti Smith και ψηλά τους Grizzly Bear, ενώ ο Freak τον Bryan Ferry και τον Waterhouse; Κάτι τέτοιο.


«Από κει» ξεχωρίζει σίγουρα το αριστουργηματικό Solidarity των Souljazz Orchestra και η υπέροχη συλλογή On A Steady Diet of Hash, Bread and Salt αυτού εδώ του σπουδαίου ελληνικού blog. Οι Antibalas μπορούν καλύτερα, οι Jaribu Afrobeat Orchestra είχαν εξαιρετικές στιγμές, όπως και ο Getatchew Mekuria με τους Ex (όχι, δεν είναι «γλυκόπιοτη τζαζ» Μίκη-Μάκη).


Διευκρινίσεις που κανένας δεν ζήτησε: Το Fade των Yo La Tengo είναι στο top-5 του 2013 κι αν το ξεχάσουμε να μας το θυμίσετε.

Ποιος γελοίος δεν ψήφισε τους Swans; Είναι η Josh T. Pearson στιγμή του 2012, και μάλιστα επί 100 γιατί οι Swans είναι, διαχρονικά, γκρουπάρα και το The Seer είναι, φυσικά, αριστούργημα. Μπράβο και respect σε όποιον ξυπνάει κάθε πρωί και το ακούει. Θα γίνει σίγουρα καλύτερος άνθρωπος. Εγώ πάλι δεν το έχω αυτό, δεν μπορώ πια να πηγαίνω κάθε μέρα στους σαμάνους και να δαιμονίζομαι, όση κάθαρση κι αν με περιμένει στο τέλος.


Γιατί κοπέλα μου; Ας ξεχάσουμε για πάντα το Sun της Cat Power. Το υπέροχο Ruin δεν το σώζει. Δεν συνέβη. Σσσς…

Η στιγμή “Προφήτης (Βασίλης) Δανιήλ” για το ταπεινό μπλογκ μας: Είμαστε εκατό χρόνια μπροστά, πώς να το κάνομε; Τον Ιούλιο ο Enzian έθαβε πειστικά και δίκαια το νερο-Bloom των Beach House και τον Δεκέμβριο η κοκομπλόκο-βίζιον το έβγαλε πρώτο! (στο 9 η Lana Del Ray (ποια;) και στο 27 η Cat Power). Εύγε παιδιά, και του χρόνου.

Yo La Tengo - Fade


Κάποιες στιγμές που αισθάνομαι άσχημα σκέφτομαι πως αυτοί οι τρεις τύποι (το ζεύγος και ο "χοντρός") βρίσκονται κάπου στο New Jersey και γράφουν καινούρια τραγούδια, 30 χρόνια σχεδόν μετά από την πρώτη τους συνεύρεση ως μουσικό συγκρότημα. Και αμέσως αισθάνομαι καλύτερα.

Ευτυχώς που υπάρχουν. Και ευτυχώς που γράφουν καινούρια τραγούδια, όπως φαίνεται και από τον καινούριο τους δίσκο, το Fade.

Δύσκολο να μιλήσω για τους Yo La Tengo χωρίς συναίσθημα αλλά και τι αξία θα είχε αυτό όταν η ίδια η μουσική τους είναι συμπυκνωμένο συναίσθημα; Ακριβώς για αυτό τους θεωρώ το αρχετυπικό και πλέον σημαντικό indie rock συγκρότημα: οι μελωδίες τους και οι στίχοι τους έχουν τη δύναμη να κάμπτουν τις αντιστάσεις της μηχανικής ακρόασης, να τρυπώνουν μέσα σου από περίεργες διαδρομές, να ξυπνούν συναισθήματα ξεχασμένα.

Αν κάτι τους ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους μεγάλους της γενιάς τους (Pavement, Sonic Youth, Pixies κλπ) είναι νομίζω ο τρόπος που ενσωμάτωσαν την αμερικανική παράδοση στη μουσική τους. Φυσικά κυριαρχουν οι αναφορές στους Velvet Underground του ομώνυμου δίσκου και του Loaded, ο προσεκτικός όμως ακροατής ακούει στους Tengo και Beach Boys, ακούει garage και ψυχεδέλεια, jazz και country. Οι Yo La Tengo είναι οικουμενικοί.

Και φυσικά είναι η διάρκεια: 26 χρόνια και ούτε ένας μέτριος δίσκος μετράει για επίτευγμα ίσως και μοναδικό στην ιστορία του rock'n'roll.



Ίσως οι εποχές των πολύ μεγάλων συνθέσεων να έχουν παρέλθει (μην είσαι και τόσο σίγουρος: το Stupid Things και το Cornelia and Jane θα χώραγαν σε ένα υποθετικό πενταπλό CD best of), το Fade  όμως κερδίζει το στοίχημα χάρη στην ομοιογένειά του. Και πράγματι οι Tengo υπήρξαν πάντοτε η μπάντα των τραγουδιών και όχι των LPs. Κανένας δίσκος τους δεν ξεχωρίζει - με την εξαίρεση του And Then Nothing Turned Itself Inside-Out, που αποτελεί μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στη δισκογραφία τους. Αντίθετα είναι αδύνατο να βρεις 10 τραγούδια τους να φτιάξεις ένα mix-tape. Θα αδικούσες 100 άλλα...

Ο δίσκος λοιπόν που κρατάς στα χέρια σου (sic) φίλε αναγνώστη ξεκινάει με τη γνωστή ποικιλία που χαρακτηρίζει τους τελευταίους τους δίσκους, περιέχει όμως μια σειρά τραγουδιών (Stupid Things, I'll Be Around, Cornelia and Jane, Two Trains, The Point of it) που θεωρώ ότι ακούγονται υποχρεωτικά μαζί. Η ατμόσφαιρα είναι η τρυφερή μελαγχολία που μας έχουν συνηθίσει στις λιγότερο άγριες στιγμές τους, οι τόνοι είναι χαμηλοί, οι αποχρώσεις απαλές. Ο τίτλος του δίσκου δεν τυχαίος: Fade. Η μουσική σβήνει μέσα στη σιωπή.

Και επειδή τα υπόλοιπα είναι συναίσθημα και δεν πολυκουβεντιάζονται, όσοι πιστοί προσέλθετε: βάλτε ένα ωραίο ποτάκι και ακούστε αυτή τη σειρά τραγουδιών επαναληπτικά. Ευτυχώς οι Yo LaTengo είναι και πάλι εδώ.

Ματριξ


Ξεκίνησα να γράφω σε αυτό το μπλογκ με σκοπό -αν φτάσω ποτέ τα εξήντα μου- να έχω κάτι να διαβάζω από τις τωρινές μου σκέψεις. Η ειρωνία είναι ότι οι μουσικές που ακούω αυτόν τον καιρό, θα μπορούσε να τις ακούει –άνετα- ένας εξηντάρης. Θα με καταλάβαινες καλύτερα, αν διάβαζες αυτό το ποστ καθισμένος, σε μια θέση ενός τρένου κοιτάζοντας προς την αντίθετη φορά της διαδρομής. Προχωράς μπροστά κοιτώντας πίσω; Το λες και έτσι.

Ματριξ #1

Bryan Ferry - The Jazz Age (2012)

Κάπως έτσι πρέπει να σκέφτεται και ο Bryan Ferry (!). Γιορτάζοντας τα 40 χρόνια καριέρας ως τραγουδιστής και στιχουργός, διασκευάζει τα ίδια του τραγούδια σε ένα στυλ που νομίζεις ότι είσαι στο 1920 μ’ έναν ήχο που θα έκανε ακόμα και το iPod σου να μοιάζει με γραμμόφωνο. Αν ακούγες το "Slave to love” και σκεφτόσουν τον Mickey Rourke να ψάχνει τα μπούτια της Kim Basinger την πάτησες. Σε αυτή την εκτέλεση το πολύ πολύ να της σερβίρει κανα πτι-φουρ βουτηγμένο σε κανα λικέρ με γεύση φουντούκι. Η παγίδα αυτής της υπέροχης επετειακής κυκλοφορίας, είναι η συλλεκτική έκδοση (500 αντίτυπα) με τα 6Χ10’’ δισκάκια, όλα υπογεγραμμένα από τον Bryan Ferry στην τσουχτερή τιμή των £150!!



Ματριξ #2

Nick Waterhouse - Times All Gone (2012)

Από την δεκαετία του ’20 πάμε στην δεκαετία του ’50 άντε το πολύ ’60 και στην περίπτωση Nick Waterhouse! Με σκελετό γυαλιών α λα Buddy Holly πλασάρει στη νέα γενιά -με στυλ παλιού- την γοητεία του τότε καλού rhythm n’ blues. Με το που «έπιασα» το άλμπουμ να το ακούσω πίστεψα πως ήταν μια προσπάθεια των δισκογραφικών εταιρειών για να βρούν μια αρσενική Amy Winehouse. Η αλήθεια είναι ότι κάπου στην μέση, το πέτυχαν. Επί της ουσίας το ντεπουταρισμα του στο “Time is all gone” είναι πολυ δυνατό. Μόνο το βαρύτονο που μοστράρει στην πρώτη γεύση που παίρνεις στο “Say I wanna know” παρέα με τα γυναικεία φωνητικά που ακούγονται από το βάθος, πιάνεις τον εαυτό σου να κουνάει ρυθμικά το πόδι (μη σου πω και κλικ με τα δάχτυλα των χεριών). 



Το 7’’ σινγκλάκι “Some Place/That Place” που υπήρχε και στο πρώτο ΕΡ "Is That Clear" του 2011, αυτή την στιγμή πουλιέται 200 ευρώ στα eBay/discogs!!


Ματριξ #3

Allah Las (2012)

Και για να τα πάμε με την σειρά τώρα θα πάμε ‘60ς στο ντεμπούτο άλμπουμ των Allah Las. Δεν θα το αναπτύξω πολύ γιατί είναι ανακάλυψη του IP CHRIST, απλά θα πω ότι κομμάτια σαν το “Long Journey” είναι γραμμένα για να ακούγονται σε καμπριολέ σκαραβαίο.



Υ.Γ Μπορεί να έχουν ήδη βγεί 3 σεζόν και εγώ να την πήρα χαμπάρι την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά, αν είστε σαν και εμένα λάτρεις τις Νέας Ορλεάνης καλό θα ήταν να δείτε οπωσδήποτε την σειρά Treme..